Στον επόμενο τόνο, η ώρα θα είναι...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α' Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α' Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία Α' Λυκείου - Πληροφορίες για την Πολιόχνη της Λήμνου

Πολιόχνη Της Λήμνου

  Η προϊστορική Πολιόχνη της Λήμνου, βρίσκεται κοντά στο χωριό Καμίνια της Λήμνου. Η προϊστορική της τοποθεσία, δεν έχει καμία σχέση με τα δύο σημερινά χωριά με το ίδιο όνομα στην Λήμνο. Είναι ένας αρχαιολογικός τόπος, στην ανατολική ακτή της Λήμνου, που χτίστηκε στην αυγή της νεολιθικής περιόδου την 4η ή 5η χιλιετία π.Χ. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Τροία αλλά η Τροία θα χτιστεί χίλια χρόνια αργότερα, όταν πια η Πολιόχνη θα έχει εξελιχθεί σε έναν αστικό οικισμό με 1.500 κατοίκους με ορθογώνιες πέτρινες κατοικίες, προστατευτικό τείχος, πλατείες, πηγάδια, δρόμους, δημόσια κτήρια και πιθανώς Βουλευτήριο.
  Η Πολιόχνη ήρθε στο φως από τις ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με επικεφαλής τον τότε διευθυντή της Ντέλα Σέτα(Della Seta) το 1930 και βασικό ανασκαφέα το βοηθό του, Bernabo Brea. Μαζί με την Τροία, που βρίσκεται στα απέναντι παράλια, είναι η πιο γνωστή ακρόπολη της 3ης χιλιετίας π.Χ. σε ολόκληρο το Βόρειο Αιγαίο.
  Μεταξύ άλλων στην Πολιόχνη βρέθηκε ένας θησαυρός από χρυσά κοσμήματα, που αποτελεί ένα εξαίσιο δείγμα εξελιγμένης χρυσοχοΐας αλλά και συσσώρευσης δύναμης και πλούτου στο νησί. Ο θησαυρός μοιάζει με τον περίφημο "Θησαυρό του Πριάμου" που βρήκε στην Τροία ο Σλήμαν και φαίνεται ότι φτιάχτηκε από το ίδιο εργαστήριο. Σήμερα ο θησαυρός της Πολιόχνης βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία Α' Λυκείου - Εργασία Για Την Αρχαία Αιγυπτιακή Θρησκεία


                                     ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


                                                          -ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ-    
Σχολικό έτος 2010-2011

Η Θρησκεία της αρχαίας Αιγύπτου

Αναμφισβήτητα, η θρησκεία της αρχαίας Αιγύπτου είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρουσα. Για αυτόν που αναζητάει απαντήσεις για το υπαρξιακό, αλλά και για αυτόν που απλά θέλει να ενημερωθεί για μια προϊστορική πιστή ενός από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους πολιτισμούς όπως είναι ο αρχαίος αιγυπτιακός, δεν έχει παρά να μελετήσει την Φαραωνική θρησκεία. Η θρησκεία ήταν πολύ σημαντική στους αρχαίους Αιγυπτίους. Επηρεάστηκε έντονα από την παράδοση, η οποία τους ανάγκασε να αντισταθούν στις διάφορες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές.
 Οι Αιγύπτιοι δεν εξέτασαν τις πεποιθήσεις που είχαν παραδοθεί σε αυτούς, ούτε επιθύμησαν την αλλαγή στην κοινωνία τους. Ο κύριος στόχος τους σε όλη την ιστορία τους ήταν να μιμηθούν τους όρους που θεώρησαν ότι υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου. 
Μια από τις πολύ ισχυρές παραδόσεις ήταν αυτή του θεϊκού βασιλείου. Στο θεϊκό βασίλειο επικρατεί η πεποίθηση ότι ο Φαραώ δεν ήταν μόνο ο βασιλιάς (πολιτικός κυβερνήτης) αλλά και θεός ταυτόχρονα. Ο Φαραώ συνδέθηκε με τον θεό Ωρος, γιο του θεού Ρα, θεό του ήλιου. Αργότερα όταν πέθαινε γινόταν ο θεός Οσιρις όπου βοηθούσε τους Αιγυπτίους στη μετά θάνατον ζωή τους.

Λόγω των πεποιθήσεών τους, Ο Φαραώ κατείχε τεραστία πολιτική και θεϊκή δύναμη. Επιπλέον, οι ιερείς στην αρχαία Αίγυπτο ήταν επίσης πολύ ισχυροί. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, οι άνθρωποι θεωρούσαν τον ιερέα και τον  Φαραώ ότι έκαναν σωστά την δουλειά τους, όταν τα πράγματα στη χώρα δεν πήγαιναν καλά, οι άνθρωποι θεωρούσαν τον  Φαραώ και τους Ιερείς υπαίτιους

Η θρησκεία της αρχαίας Αιγύπτου ήταν πολυθεϊστική με μια μικρή χρονική περίοδο μονοθεϊσμού. Η θρησκεία τους φιλοξένησε περίπου 700 διαφορετικούς θεούς και θεές. Επιπλέον, δεν ήταν ασυνήθιστο για τις θεότητες να συνδυαστούν και να διαμορφώσουν μια νέα θεότητα.

Μια από τις διασημότερες πτυχές των αιγυπτιακών θρησκευτικών πεποιθήσεων ήταν οι ιδέες τους όσον αφορά τη μετά θάνατον ζωή. Θεώρησαν ότι το φυσικό σώμα έπρεπε να συντηρηθεί για να επιτρέψει μια θέση στο  πνεύμα τους να κατοικήσει στη μετά θάνατον ζωή. Λόγω αυτού, μουμιοποιήσεις εκτελεστήκαν για να συντηρηθεί το σώμα. Επίσης, μεγάλες πυραμίδες κατασκευάστηκαν ως τάφοι για τους Φαραώ στο παλαιό βασίλειο.

Στις πεποιθήσεις των Αιγυπτίων περί ψυχής περιλαμβανόταν η πίστη πως με την ταρίχευση και τη μουμιοποίηση διατηρείτο η ταυτότητα του ατόμου στην μεταθανάτια ζωή. Στην Αίγυπτο οι νεκροί τοποθετούνταν αρχικά σε καλαμένια φέρετρα στην καφτή άμμο -τούτο είχε ως αποτέλεσμα την ταχεία αφυδάτωση του σώματος και την επιβράδυνση της αποσύνθεσης- και επακόλουθα θάβονταν. Τη συγκεκριμένη ταφική πρακτική ακολούθησαν οι ξύλινοι τάφοι και η εκτεταμμένη διαδικασία της μουμιοποίησης, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη σύνθετων ταφικών τελετουργικών. Η ταρίχευση αναπτύχθηκε από τους Αιγυπτίους κατά τη διάρκεια της 4ης Δυναστείας. Αφαιρούνταν όλοι οι μαλακοί ιστοί, ενώ οι κοιλότητες πλένονταν και γεμίζονταν με νάτρον. Κατόπιν ολόκληρο το το σώμα εμβυθιζόταν σε νάτρον. Καθώς θεωρείτο αδίκημα επί ποινή λιθοβολισμού οποιαδήποτε βλάβη στο σώμα του Φαραώ, ακόμα και μετά θάνατον, εκείνος που έκανε την τομή στο υπογάστριο διωκόταν τελετουργικά (αποτροπαϊκά) με λιθοβολισμό ως μιαρός.
Μετά την εμβάπτισή τους, τα σώματα αλείφονταν εσωτερικά και εξωτερικά με ρητίνες, για να διατηρούνται και τυλίσσονταν με επιδέσμους από λινό ύφασμα, με ενσωματωμένα φυλακτά και τάλισμαν. Στην περίπτωση του Φαραώ ή μελών της οικογενείας του και υψηλών αξιωματούχων το σώμα τοποθετείτο σε μια σειρά αλληλοκαλυπτόμενων φέρετρων. Το μεγαλύτερο και εξωτερικό -μέσα στο οποίο τοποθετούνταν με σειρά όλα τα άλλα- ήταν συνήθως μια λίθινη σαρκοφάγος. Οι πνεύμονες, το συκώτι το στομάχι και τα έντερα διατηρούνταν ξεχωριστά, αποθηκευμένα σε σφραγισμένο αγγείο, το οποίο προστάτευαν οι τέσσερις γιοι του Ώρου. Στη διαδικασία της μουμιοποίησης περιλαμβάνονταν ενίοτε και ζώα των οικογενειών των αιγυπτίων αριστοκρατών, αλλά το πιθανότερο είναι πως ήταν αναπαραστάσεις των θεών.
Η Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών είναι μια σειρά διακοσίων αποσπασματικών κειμένων, ύμνων και εικόνων γραμμένων σε πάπυρο, που θάβονταν μαζί με τον νεκρό ή ζωγραφίζονταν στους τοίχους, για να διευκολύνουν το πέρασμά του στον κάτω κόσμο. Ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα της Βίβλου των Νεκρών είναι Ο πάπυρος του Άνι, περ. 1240 Π.Κ.Ε., στον οποίο, επιπρόσθετα στα κείμενα, περιέχονται πολλές εικόνες του Άνι και της συζύγου του στο τεξίδι τους στη χώρα των νεκρών.
Σύμφωνα με μεταγενέστερες πεποιθήσεις η ψυχή του νεκρού οδηγείται στην Αίθουσα της Κρίσης, στο Ντουάτ, από τον Άνουβι και η καρδιά του, εν είδει αρχείου της ηθικής του κατόχου της ζυγίζεται με αντίβαρο ένα φτερό που συμβολίζει την Μα'ατ (η έννοια της αλήθειας και της τάξης). Αν το αποτέλεσμα είναι ευνοϊκό, ο νεκρός οδηγείται στον Όσιρι στο Ααρού. Αν το αποτέλεσμα είναι δυσμενές, ο δαίμων ΑμμίτΚαταβροχθιστής των καρδιών) -εν μέρει κροκόδειλος, εν μέρει λέων και εν μέρει ιπποπόταμος- καταβροχθίζει την καρδιά και ο νεκρός παραμένει στο Ντουάτ. (
Η αιγυπτιακή θρησκεία είχε πάνω από 700 θεούς και θεές με ποικίλες πεποιθήσεις ανάλογα με το χρονικό διάστημα της αιγυπτιακής ιστορίας που μελετάται. Ακόμη και οι Αιγύπτιοι με δυσκολία αναγνώριζαν το πλήθος αυτών των θεών από το παλαιό βασίλειο. Προσπάθησαν να απλοποιήσουν τη θρησκεία οργανώνοντας τους θεούς τους σε οικογενειακές ομάδες των οκτώ ή εννέα .

Τα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα στην εποχή της προ δυναστείας της Αίγυπτου (πριν από 3100 Π.Χ.). Αυτό που σήμερα γνωρίζουμε πιθανότατα μαρτυρά,  ότι από νωρίς οι Αιγύπτιοι λάτρευαν τα ζώα και τα θεοποιούσαν. Κάθε κοινότητα λάτρευε τη θεότητα ή το σύνολο των θεοτήτων της.
Μετά από τη ενοποίηση της Αιγύπτου, (3100 Π.Χ.) η θρησκεία εξακολουθούσε να  ήταν πολυθεϊστική με μια εξαίρεση κατά τη διάρκεια της  βασιλείας του Aκενατον. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου Ο Φαραώ Ακενατον άλλαξε τη θρησκεία της Αιγύπτου και επέβαλε τον μονοθεϊσμό, λατρεύοντας μόνο τον θεό Aτεν ο οποίος ήταν ο θεός της προστασίας. Ο Ακενατόν κήρυξε εκτός νόμου οποιαδήποτε άλλη λατρεία και έκτισε μια νέα πρωτεύουσα, την (Αμάρνα) γύρω από τον ναό του Ατέν. Η θρησκευτική του μεταρρύθμιση κράτησε μόνο μέχρι τον θάνατο του γιου του Τουτανκχαμούν. Στην πραγματικότητα, η αφαίρεση του Ακενατόν και του Τουταγχαμών από τον Τοίχο των Βασιλέων είναι πιθανό να σχετίζονται με δραστικές θρησκευτικές αλλαγές.
Σύμφωνα με ορισμένους αιγυπτιολόγους, ιδιαίτερα εκείνους που εκφράζουν την ιουδαιοχριστιανική αντίληψη, δεν είναι ορθό να θεωρείται η περίοδος του Ακενατόν ως μονοθεϊστική. Κατά την άποψή τους οι πιστοί δεν λάτρευαν τον Ατέν αλλά την βασιλική οικογένεια ως πάνθεον θεοτήτων που λάμβαναν τη θελιά δύναμή τους από τον Ατέν. Σύμφωνα με άλλους αιγυπτιολόγους η περίοδος του Ακενατόν είναι μονοθεϊστική ως προς τη φύση της.
Μετά την πτώση της δυναστείας Αμάρνα η αρχική θρησκεία επεβίωσε ως κυρίαρχη πίστη, έως την εγκαθίδρυση του κοπτικού Χριστιανισμού και του Ισλάμ, αν και οι Αιγύπτιοι διατήρησαν τη σχέση τους με άλλες μονοθεϊστικές λατρείες. Η Αιγυπτιακή θρησκεία με τις συγκριτικές τάσεις της πρόβαλε μικρή αντίσταση στη διάδοση του Χριστιανισμού.
Συχνά τους θεούς τους διαιρούσανε  σε δύο κυριες κατηγορίες,  στους  οικιακούς θεούς και τοπικούς, όπως επίσης και κρατικούς η εθνικούς.

Οι οικιακοί Θεοί ήταν συχνά στις λάρνακες και πολλές φορές βρισκόντουσαν στα σπίτια των πιστών. Αυτοί οι θεοί συχνά δεν είχαν οπαδούς λατρείας, ιερείς ή ναούς για να δοξάζονται. Εντούτοις αυτοί οι θεοί ήταν βασικής σπουδαιότητας στο γενικό πληθυσμό, δεδομένου ότι οι κρατικοί και οι εθνικοί θεοί φαινόντουσαν συχνά απόμακροι. Δύο από τους πιο γνωστούς  οικιακούς θεούς ήταν ο Μπες και ο Ταουρετ.

Οι τοπικοί και κρατικοί θεοί ήταν οι κύριες θεότητες σε ορισμένες περιοχές στην Αίγυπτο. Παραδείγματος χάριν, ο κροκόδειλος θεός  ήταν συνήθως στο Φαγιούμ και στο Κομ ομπο. Από την ομάδα των τοπικών και κρατικών θεών, μερικοί θα κέρδιζαν την εθνική αναγνώριση και θα λατρευόντουσαν σε όλη την Αίγυπτο. Παραδείγματος χάριν  ο Ρα ο θεός του ήλιου, άρχισε να γίνεται εθνικός όταν αναγνωρίστηκε νωρίς από την δεύτερη δυναστεία.

 Οι θεοί μερικές φορές κάνανε έναν συνδυασμό με άλλους θεούς για να κάνουν μια νέα θεότητα για λατρεία. Για  παράδειγμα ο θεός Ρα συνδυάστηκε με τον κρατικό θεό Aμουν για να γίνει Αμουν-Ρα κατά τη διάρκεια της νέας εποχής του βασιλείου. Οι εθνικοί Θεοί συχνά είχαν την υποστήριξη από τους  Φαραώ. Για τους κοινούς ανθρώπους, η λατρεία των τοπικών ή οικιακών θεών ήταν η πιο κοινή. Οι άνθρωποι μπορούσαν επίσης να επιλέξουν να λατρέψουν τους θεούς που θα τους βοηθούσαν στο επάγγελμά τους. Παραδείγματος χάριν ένας γραφέας θα λάτρευε συχνά τον θεό Θωθ ως αρχική θεότητά του. Ο Θωθ ήταν ο θεός προστάτης των γραφέων, της γραφής, της σελήνης και της σοφίας.

Ναοί

Υπάρχουν δύο τύποι ναών που χτίστηκαν στην αρχαία Αίγυπτο. Ο πρώτος ναός ονομάζετε  Cultus, αφιερώθηκε στη λατρεία ενός συγκεκριμένου Θεού της Αιγύπτου. Ένα παράδειγμα του ναού Cultus είναι ο ναός του θεού Ωρος που βρίσκετε στο Εντφου ή ο ναός της θεότητας Ισις στο Ασουαν. Ο δεύτερος τύπος ναού είναι νεκροθάλαμος όπου χτίστηκε προς τιμήν του Φαραώ και λατρεύετε συχνά εκεί ως θεός. Ένα παράδειγμα του νεκροθαλάμου ναού είναι ο ναός του Ραμσή β που βρίσκετε στης Θήβες.

Οι ναοί στην Αίγυπτο ήταν μια αντανάκλαση της μυθολογίας των Αιγυπτίων του «νησιού της δημιουργίας.» Οι στυλοβάτες διαμορφώθηκαν στα σχέδια των φοινίκων, του παπύρου, και του λωτού. Στους ναούς Cultus, υπήρχαν δύο τύποι τελετών προς τους θεούς. Ο πρώτος ήταν μια καθημερινή τελετή του δοσίματος των προσφορών και της κάλυψης των αναγκών των θεών. Η προσφορά γινόταν συνήθως από τον ιερέα στο άδυτο του ναού. Οι απλοί άνθρωποι δεν είχαν την άδεια να μπούνε στο άδυτο του ναού και θα έπρεπε να μείνουν έξω. Οι δεύτερος τύπος τελετών ήταν τα πρόσθετα φεστιβάλ. Αυτά γινόντουσαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές του έτους. Σε τέτοιου είδους φεστιβάλ μπορούσαν οι κοινοί άνθρωποι να συμμετέχουν στη λατρεία του θεού τους.

Οι Αιγύπτιοι είχαν τοποθετήσει πολύ μεγάλης αξία στους ναούς. Οι άνθρωποι θεωρούσαν τον  Φαραώ και τους ιερείς ως μεσολαβητές για να έρθουν πιο κοντά στους θεούς. Ο ναός θεωρήθηκε η φυσική θέση όπου ο Αιγύπτιος μπορούσε να συνδεθεί με τους Θεούς.


Ιερείς

Ο ρόλος του ιερέα ήταν πολλή σημαντικός στην αρχαία αιγυπτιακή κοινωνία. Οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι οι θεοί ζούσαν στους ναούς. Μόνο στους ιερείς επιτρεπόταν η είσοδος στους ιερούς χώρους του ναού, και να πλησιάζουν το άγαλμα που αναπαριστούσε τον θεό η την θεά. Οι άνθρωποι προσεύχονταν στην πύλη του ναού η στην έδρα του Φαραώ όπου το θεωρούσαν κομβικό σημείο μεταξύ ανθρώπων και θεών.

Ο κύριος ρόλος του ιερέα ήταν να φροντίζει της ανάγκες των θεών. Δεν είχαν καμία υποχρέωση να επιβλέπουν η να φροντίζουν τους ανθρώπους. Ποτέ δεν προσπαθούσαν να μορφώσουνε τον λαό στη θρησκεία η να τους συμβουλέψουν περί ηθικής. Οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι ο ρόλος του ιερέα έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην κοινωνία γιατί φρόντιζαν της ανάγκες των θεών. Εάν οι ιερείς παραμελούσαν της ανάγκες των θεών, τότε δημιουργούνταν προβλήματα. Εξαιτίας λοιπόν της σπουδαιότητας τους είχαν καλή αποζημίωση.

Οι νέοι ιερείς συχνά επιλεγόντουσαν από τον Φαραώ. Συχνά ο φαραώ διάλεγε για ιερείς άτομα από τον στενό του οικογενειακό κύκλο και τους τοποθετούσε στους πιο σημαντικούς ναούς. Επίσης οι ιερείς ήταν υπεύθυνοι για την ενταφίαση των νεκρών καθώς και για την διαδικασία της μουμιοποίησης.


Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορούμε εύκολα να πούμε ότι η φαραωνική θρησκεία αποτελείτε κυρίως από τους θεούς, τους ναούς, τον Φαραώ, και τους ιερείς. Μια θρησκεία η οποία αρχικά φαίνεται όμοια με τις άλλες αλλά στην πορεία φαίνεται ακόμα πιο συναρπαστική και καταλήγει να είναι για τον μελετητή κάτι παραπάνω από μια κοινή μελέτη στο χώρο της θρησκειολογίας και του πνευματισμού.


Το αιγυπτιακό πάνθεο
  • Άθωρ, (Hathor) - "Οίκος του Ώρου", θεά αγελάδα της αγάπης και της μουσικής.
  • Ακέρ, (Aker) - "the Bender", προστάτης του ταξιδεύοντος ηλίου.
  • Άμμουτ, (Ammut) - "Καταβροχθιστής των Νεκρών", δαίμων που καταβρόχθιζε ψυχές.
  • Άμων, (Amon) - "ο Κρυμμένος", θηβαϊκός βασιλεύς των νεκρών.
  • Ανκέτ, (Anqet) - "Εναγκαλίζουσα Κυρία", θεά των υδάτων, Ελεφαντίνη.
  • Άνουβις, (Anubis) - "το Βασιλικό Παιδί", θεός-τσακάλι της μουμιοποίησης.
  • Απέπ, (Apep), ο όφις που προσπάθησε να σκοτώσει τον ήλιο.
  • Ατέν, (Aten), ηλιακός δίσκος.
  • Ατούμ, (Atum) - "ο Πλήρης", θεός του δύοντος ηλίου.
  • Γκεμπ, (Geb) - "Γη", θεός της γης.
  • Θωθ, (Thoth) - "Οδηγός", θεός-ίβις της σοφίας και της σελήνης
  • Ιμσέτυ, (Imsety) - "ο Ευγενικός", προστάτης του ήπατος του νεκρού.
  • Ιμχοτέπ, (Imhotep) - "Εκείνος που ερχεται εν ειρήνη", γιος του Πτα.
  • Ίσις, (Isis) - "ο Θρόνος", θεά της μαγείας.
  • Κεμπεχσενουέφ, (Qebehsenuef) - "Εκείνος που δροσίζει τον αδελφό του", Προστάτης των σπλάχνων του νεκρού.
  • Κεπερά, (Khepera) - "Εκείνος που έρχεται σε Ύπαρξη", θεός-σκαραβαίος του ανατέλλοντος ηλίου.
  • Κετές, (Qetesh) - "Ιερή", Σημιτική θεά της φύσης.
  • Κνεμού, (Khnemu) - "Προστάτης/Εμπλουτιστής" θεός της πλημμύριδας του Νείλου.
  • Κχονσού, (Khonsu) - "Ταξιδιώτης", θηβαϊκός θεός της σελήνης.
  • Μά'ατ, (Ma'at) - "Αλήθεια", θεά της τάξης και της αλήθειας.
  • Μερετσεγκέρ, (Meretseger) - "Εκείνη που αγαπά τη σιγή", θεά της Κοιλάδας των Βασιλέων.
  • Μεσκνέτ, Meshkhent - "Γενέθλιος τόπος", προστάτιδα θεά της γέννησης.
  • Μιν, (Min) - "ο Σταθερός", θεός της αρσενικής γονιμότητας
  • Μιχός, (Mihos) - "Αληθής έμπροσθέν τους", θεός-λέων, γιος της Μπαστέτ.
  • Μοντού, (Montu) - "Νομάδας", αιγυπτιακός θεός του πολέμου.
  • Μουτ, (Mut) - "Μητέρα", θηβαϊκή Μητέρα-Θεά.
  • Μπαστέτ, (Bastet) - "Καταβροχθίστρια Κυρία" Γάτα θεά του οίκου.
  • Μπατ, (Bat), αρχαία ουράνια θεά-αγελάδα.
  • Μπες, (Bes) Νάνος θεός της μουσικής και των πολεμικών επιχειρήσεων.
  • Μπουτό, (Buto) - "Εκείνη που είναι Πράσινη" θεά κόμπρα των Κάτω Αιγύπτου
  • Νεθ, (Neith) - "Εκείνη που είναι", θεά του πολέμου και της ύφανσης
  • Νεκχεμπέτ, (Nekhebet) - "Εκείνη που ανήκει στην Νεκχέμπ" θεά-όρνεο της Άνω Αιγύπτου
  • Νεφερτέμ, (Nefertem) - "Λωτός", θεός του λωτού, Μέμφις.
  • Νέφθυς, (Nephthys) - "Κυρία του Οίκου" Αδελφή της Ίσιδας, σύζυγος του Σετ
  • Νουν, (Nun) - "Άβυσσος" θεός των αρχέγονων υδάτων.
  • Νουτ, (Nut) - "Ουρανός", θεά του ουρανού.
  • Ντουαμουτέφ, Duamutef - "Εκείνος που υμνεί την μητέρα του" Προστάτης του στομάχου των θεών.
  • Όνουρις, (Onuris) - "Sky-Bearer" Πολεμιστής και ουράνιος θεός της Αβύδου.
  • Όσιρις, (Osiris) - "Εκείνος που βλέπει τον Θρόνο" Κύριος της μεταθανάτιας ζωής.
  • Ουεπουαουέτ, (Wepwawet), Οφιός - "Εκείνος που ανοίγει τους δρόμους", ψυχοπομπός.
  • Πτα, (Ptah) - "Δημιουργός" Μουμιοποιημένος θεός δημιουργός.
  • Ρε ή Ρα, (Re) - "Ήλιος", δημιουργός θεός του ήλιου.
  • Σατέτ, (Satet), θεά του Νείλου και της γονιμότητας.
  • Σεκμέτ, (Sekhmet) - "Ισχυρό Θηλυκό", θεά του πολέμου και της καταστροφής.
  • Σελκέτ, Selket - "Εκείνη που αναπνέει" θεά-σκορπιός της μαγείας.
  • Σέραπις, (Serapis) Συγκριτική θεότητα της μεταθανάτιας ζωής.
  • Σεσχάτ, (Seshat) - "Κυρία Γραφέας", θεά της μέτρησης.
  • Σετ, (Seth) - "To Dazzle", θεός του χάους, σκότωσε τον Όσιρι.
  • Σοκάρ, (Sokar), θεός της νεκρόπολης της μέμφιδας.
  • Σομπέκ, (Sobek) - "ο Παρατηρητής", θεός των κροκοδείλων.
  • Σοπντέτ, (Sopdet), θεά του άστρου Σείριος.
  • Σου, (Shu) - "Ξηρός", θεός του αέρα.
  • Ταουρέτ, (Tauret) - "η Μεγάλη", θεά των γυναικών και του οίκου.
  • Τεφνούτ (Tefnut), θεά της υγρασίας και της βροχής.
  • Χαπί, (Hapi) - "Δρομέας", Θεός του Νείλου.
  • Χαπύ, (Hapy) - "Δρομέας" προστάτης των πνευμόνων των νεκρων.
  • Χε, (Heh), θεός του απείρου.
  • Χεκέτ, (Heket), θεά-βάτραχος του απείρου.
  • Ώρος, (Horus) - "Υψηλά, Άνω", θεός γεράκι του ήλιου.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Γεωμετρία - Τριγωνομετρία

Δοκίμασε να αποκτήσεις μια σφαιρικότερη γνώση αυτών των δύο θεμάτων, και αν θελήσεις, ψάξου και λίγο παραπάνω στην Σφαιρική Γεωμετρία και στην Υπερβολική Γεωμετρία, δύο άλλες γεωμετρίες, οι οποίες όμως δεν χρησιμοποιούνται στην καθημερινή μας ζωή γιατί πολύ απλά, δεν είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές σε αυτή.





Μπες και δες, στο πιο εύκολο, και ναι, αξιόπιστο, τουλάχιστον σε τέτοια θέματα site, και δοκίμασε να βοηθήσεις παραπάνω τον εαυτό σου.

Τριγωνομετρία

Ευκλείδια Γεωμετρία

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Θεατρολογία Α' Λυκείου - Κρητικό Θέατρο


                                  ΚΡΗΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

 Με τον όρο κρητικό θέατρο εννοείται το σύνολο των θεατρικών δρώμενων στην Κρήτη από τον 13ο έως τον 17ο αιώνα. Η υπό ενετική κυριαρχία Κρήτη δέχθηκε σημαντικές επιδράσεις από τη δυτική κουλτούρα σε όλους τους τομείς της ζωής της, καλλιτεχνικούς και μη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κρητικό θέατρο αποτέλεσε δημιούργημα μιας καλλιεργημένης άρχουσας τάξης που είχε άμεση επαφή με την ιταλική Αναγέννηση. Η συγκεκριμένη τάξη παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις στον τομέα των αισθητικών και θεατρικών τάσεων της εποχής. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε το κρητικό θέατρο να αφομοιώσει δημιουργικά τα θεατρικά διδάγματα της Ευρώπης -ιδιαίτερα της Ιταλίας- στη διάρκεια της Ενετοκρατίας (1211 – 1669) και άντλησε από εκεί τις φόρμες και τα πρότυπά του. Όλα τα είδη του θεάτρου που ευδοκιμούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο πέρασαν στην Κρήτη, όχι όμως ως στείρα μίμηση, αλλά ως πλήρης αισθητική μετουσίωση στη μορφή και στο περιεχόμενο.

Η περίοδος κρητικού θεάτρου είναι, επομένως, από δραματουργικής τουλάχιστον άποψης ιδιαίτερα σημαντική, διότι μέσω αυτής διαμορφώθηκε στον ελληνικό χώρο μια ντόπια παράδοση κλασικίζουσας δραματουργίας, η οποία και διατηρήθηκε ως στερεότυπο επί δύο τουλάχιστον αιώνες. Σε γενικές γραμμές η κρητική αλλά και η επτανησιακή δραματουργία αργότερα ακολούθησε το ιταλικό ύφος της όψιμης Αναγέννησης, όπως επίσης αφομοίωσε και στοιχεία μανιερισμού και μπαρόκ. Η παιδεία της εποχής ήταν στραμμένη στον ιταλικό ουμανισμό και παρουσιάζεται συχνά το φαινόμενο να αναφέρονται συχνά με την ιταλική τους μορφή ονόματα της ελληνικής μυθολογίας.

Το κρητικό θέατρο περιλαμβάνει κωμωδίες και τραγωδίες, εκ των οποίων η πρώτη τραγωδία είναι η Fedra του Φραντσέσκο Μπότσα γραμμένη στην ιταλική γλώσσα. Όσον αφορά την κρητική κωμωδία, τα μόνα έργα που σώζονται(παρόλο που ξέρουμε από πηγές ότι γινόντουσαν παραστάσεις τακτικά τις Απόκριες), είναι ο Κατσούρμπος, του Χορτάτση, ο Στάθης, Ανωνύμου και ο Φορτουνάτος, του Μάρκου Αντώνιου Φόσκολου.

Η κρητική δραματουργία φέρει έντονα τα σημάδια της ιταλικής Αναγέννησης. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι παρά την επίδραση της ενετικής κατοχής και του καλλιτεχνικού πνεύματος που επικρατούσε την συγκεκριμένη εποχή στη Δύση, η τοπική ευρηματικότητα, το στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς και η γεωγραφική θέση της Κρήτης προσέδωσαν ιδιοπροσωπία στο συγκεκριμένο κομμάτι της νεοελληνικής θεατρικής δημιουργίας.



Ή:



                                                    ΚΡΗΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Η σχέση του Ελληνικού με το Ευρωπαϊκό Θέατρο, ανάγεται στην περίοδο της Αναγέννησης και συνίσταται στα στοιχεία εκείνα που ως αντιδάνεια δέχθηκε  από το ευρωπαϊκό κίνημα του ουμανισμού και τη θεατρική του έκφραση.
Η σκηνική δραστηριότητα και η πρωτότυπη συγγραφική παραγωγή κειμένων δραματικού λόγου διακόπτεται ριζικά στην Ελλάδα μετά το τέλος της ελληνιστικής περιόδου. Η οποιαδήποτε σχέση του νεότερου Ελληνικού Θεάτρου με την αρχαιότητα περνά από φανερούς ή κρυφούς διαύλους επικοινωνίας που ανάγονται στην ευρωπαϊκή ταυτότητα του Θεάτρου κατά τα χρόνια της Αναγέννησης.
Υπάρχει βέβαια και η μακρόχρονη περίοδος του Βυζαντίου με τις ποικιλότροπες δραστηριότητες του Θεάτρου, που συνδέονται, προέρχονται και σχετίζονται με το Θέατρο και τη θεατρική έκφραση και δημιουργία, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να στοιχειοθετούν την ύπαρξη Βυζαντινού Θεάτρου (Πούχνερ: 2001, 15-93).
Αν και το θέμα έχει απασχολήσει τους μελετητές της Βυζαντινής Φιλολογίας, αλλά και της Ιστορίας του Θεάτρου, οι οποίοι έχουν απαντήσει με διαφορετικούς τρόπους, επηρεαζόμενοι στην κρίση τους μάλλον από ιδεολογικά και συναισθηματικά ή αυστηρά επιστημονικά κριτήρια (Σάθας, 1878, Λάσκαρης Ι, 1938, 7-97, Παπαδόπουλος: …… Σολομός: 1984, Πούχνερ: 1984, Πλωρίτης: 1999, Τσιούνη-Φάτση: 2000), αποτελεί διαπίστωση ότι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ιστορικής περιόδου του Βυζαντίου, Θέατρο με τη σημασία που το εννοούμε εμείς σήμερα, αλλά και εκείνη με την οποία δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε. Η έννοια «Βυζαντινό Θέατρο» και ό,τι σχετίζεται μ’ αυτή «σκηνή», «δράμα» κ.α. αποκτούν δευτερογενείς καταχρηστικές σημασιοδοτήσεις που απομακρύνονται κατά πολύ από το πρωτογενές περιεχόμενό του. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν απόηχοι από τη δραματική παραγωγή της αρχαιότητας και σε πλήθος από λογοτεχνικά έργα της εποχής ανιχνεύονται στοιχεία θεατρικότητας ως προς την ύπαρξη πλοκής, διαλόγου και άλλων δομικών συστατικών του δράματος, ή ακόμα και άμεσες ή έμμεσες αναφορές, συνυποδηλώσεις ή συνεικονίσεις μοτίβου, θεμάτων ή απλών φράσεων προερχομένων από την αρχαία ελληνική κωμωδία και τραγωδία (Πούχνερ: 2001, 15-23)
Κάποια από τα σωζώμενα κείμενα της περιόδου τα οποία έχουν κατά καιρούς θεωρηθεί ότι αποτελούν «δυνάμει» δραματοποιήσιμα έργα, όπως ο Χριστός Πάσχων ο Κυπριακός Κύκλος των Παθών του Χριστού, ή ακόμα θρησκευτικές τελετές, όπως αυτή του Νιπτήρος, χωρίς να στερούνται από στοιχεία θεατρικότητας, απέχουν κατά πολύ να θεωρηθούν έστω πρωτογενείς μορφές έκφρασης του θεάτρου στην περίοδο του Βυζαντίου.
Στο μεταίχμιο μεταξύ του Βυζαντινού και του Κρητικού Θεάτρου, άμεσα σχετιζόμενα με την παράδοση της Νέας Κωμωδίας της αρχαιότητας, εντάσσεται η θεατρική δημιουργία Νέαιρα του Δημ.Μόσχου. Πρόκειται για ένα έργο που «πιθανότατα παίχτηκε μερικά χρόνια πριν  απ’ το 1478 στη Μάντοβα, υπό την αιγίδα του πρίγκιπα Λουδοβίκου Κονζάγκα», στον οποίο άλλωστε αφιερώνεται (Βάλσας: 1994, 57). Το θέμα μας μεταφέρει στην αρχαιότητα και μάλιστα στην περίοδο του Μενάνδρου. «Τα ήθη είναι κατά δέκα οκτώ αιώνες προγενέστερα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούσε ο συγγραφέας και το κείμενο είναι σύμμορφο προς την μυθοποιϊα του έργου, καθώς τα πρόσωπα μιλούν μια γλώσσα πολύ διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιούσαν οι έλληνες του 15ου αιώνα» (Βάλσας: ο.π. 57-58). Γι αυτό και η αξία του μπορεί να θεωρηθεί μοναδική, αφού αποτελεί μια απευθείας, άμεση συνέχεια του αρχαιοελληνικού Θεάτρου, στη νεότερη εποχή.
Η πραγματική Ιστορία του Θεάτρου στην Νεότερη Ελλάδα σχετίζεται με την Κρήτη και τις μορφές έκφρασης που το Θέατρο έλαβε εκεί, σε άμεση συνάρτηση και αναφορά προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα της όψιμης ιταλικής Αναγέννησης.
Η σχετική με το Κρητικό Θέατρο του 16ου και 17ου αιώνα, όπως και το Εφτανησιακό του 17ου και 18ου αιώνα έρευνα, ξεκινώντας από μια κατηγορηματικά αρνητική αντιμετώπιση για την ίδια την ένταξή τους στην πορεία ανάπτυξης του Νεοελληνικού Θεάτρου (Λάσκαρης: 1938, 95-96) προχωρεί σε μια ενδιάμεση μηχανιστική αντιμετώπιση που θεωρεί το ένα (Εφτανησιακό) εξέλιξη του άλλου (Κρητικό) (Πορφύρης: 1964, 24-27). Πρόσφατες τέλος μελέτες αντιμετωπίζοντας πιο κριτικά τα γεγονότα θωρούν και τα δύο ως παράλληλη και ισότιμη σχεδόν δημιουργία κοινά οριζόμενη μέσα στα πλαίσια της πολιτιστικής πραγματικότητας που είχε επιβληθεί από τη βενετική κυριαρχία στα παράλια της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου (Πούχνερ: 1984α, 139-157) και εντοπίζουν σ’ αυτές τις δύο περιόδους τη γένεση του Νεοελληνικού Θεάτρου.
            Κατά συνέπεια οι οποιεσδήποτε ενστάσεις για περιοδολόγηση της επιμέρους οικείας δραματουργίας του Κρητικού και του Εφτανησιακού Θεάτρου και τα προβλήματα χρονολόγησης κάποιων κειμένων όπως ο Ζήνων (Ευαγγελάτος: 1964, 177-203) αυτόματα αίρονται, με συνέπεια να διαγράφεται μια αδιάσπαστη συνέχεια και αντιστοιχία με τα γενικότερα πολιτισμικά δεδομένα δύο και πλέον αιώνων (τέλη 16ου – τέλη 18ου αι.), οι οποίοι καλύπτουν το Κρητο-Εφτανησιακό Θέατρο στο σύνολό του. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ενταγμένη, τόσο η δραματική παραγωγή όσο και η θεατρική δραστηριότητα στην Κρήτη και τα νησιά του Ιονίου μπορεί να εκληφθούν ως μια καθόλα νόμιμη ενότητα, η διαπραγμάτευση της οποίας απαιτεί συνολική αλλά και συνθετική αποτίμηση, αφετηρία για αντίστοιχη αντιμετώπιση του Νεοελληνικού Θεάτρου μέσα στον ευρύτερο ορίζοντα των ευρωπαϊκών συμφραζομένων του.
 Χωρίς δηλαδή να αγνοείται, ούτε να υποβαθμίζεται το στοιχείο της ιστορικής, κοινωνικής, ακόμα και ανθρωπολογικής ιδιαιτερότητας που κάποτε υπερτονίστηκε στο παρελθόν (Βάλσας: 1929, 67-68), μια παρόμοια προσέγγιση επιχειρεί να συλλάβει διαχρονικά το ρόλο που έπαιξαν τα αντικειμενικά δεδομένα στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας για το Θέατρο που μας προσφέρεται στην ίδια εποχή, προτείνοντας μια πρώτη αδρή εικόνα για τη φυσιογνωμία του πρώιμου Ελληνικού Θεάτρου.
            Λόγιο αστικό δημιούργημα το Κρητικό Θέατρο, προϊόν συγκεκριμένων ιστορικοκοινωνικών συνθηκών που δημιουργούνται στην Κρήτη μετά την απώλεια της Κύπρου για τους Βενετούς και την αναγκαστική αναδίπλωσή τους στην Κρήτη, ως προωθημένο προς ανατολάς φυλάκιο (Empiricos : 1960, Μανούσακας: 1965), εκφράζει τις εμπειρίες και προσδοκίες κάποιων κοινωνιολογικά συγκεκριμένων ομάδων.
Πρόκειται κατ’ εξοχήν για τους κρητικoύς ευγενείς που μαζί με τους βενετσιάνoυς ευγενείς και τους αστoύς, αποτελούν τις πολιτικά, πολιτιστικά και οικονομικά κυρίαρχες ομάδες που ζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα του νησιού (Αλεξίου: 1960, 76-108). Σ’ αυτά και σε συγκεκριμένες επετειακές ή γιορταστικές μέρες, σε συγκεκριμένο κλειστό χώρο όπως το Δουκικό ανάκτορο του Χάνδακα, η Ακαδημία των Sterili στα Χανιά, των Straνaganti στο Ηράκλειο και των Viνi στο Ρέθυμνο, ή ακόμα και σε υπαίθριες παραστάσεις, αναπτύσσονται θεατρικές δραστηριότητες (Παναγιωτάκης: 1998, Σολωμός:19982).
Όπως λοιπόν γίνεται αντιληπτό, υπάρχει ένα αριθμητικά καθόλου ευκαταφρόνητο και πνευματικά ιδιαίτερα καλλιεργημένο κοινό, το οποίο είτε είχε προσωπικά παρακολουθήσει παραστάσεις στην Ιταλία, είτε έχει πάρει μέρος σε παρόμοιες εκδηλώσεις στο νησί, οπωσδήποτε όμως είναι ενήμερο για τα σύγχρονά του θεατρικά διαδραματιζόμενα. Ανάμεσα σ’ αυτούς που αποτελούν διαμεσολαβητές για τη μεταφορά και εμφύτευση του ιταλικού Θεάτρου στο γόνιμο πνευματικό περιβάλλον της Κρήτης, μπορούμε να αναφέρουμε χρονολογικά τον Ι.Κασσιμάτη που παρέμεινε για χρόνια στην αυλή της Φερράρα και ήταν γνωστός του J.B.Cinthio, συγγραφέα της Orbecche. Μετά το θάνατό του το 1574 εκδίδεται άγνωστο θεατρικό έργο του (τραγωδία). Είναι ακόμα ο Φρ.Μπότσα, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Padova, ο οποίος τυπώνει το 1578 στα ιταλικά την τραγωδία του Fedra που μπορεί να θεωρηθεί το πρωιμότερο έργο του Κρητικού Θεάτρου. Στην ίδια κατηγορία (αν και μεταγενέστερος) ανήκει και ο Αντ. Πάντιμος, συγγραφέας του ιταλόγλωσσου έργου Lamorosa fede (1619) που παραστάθηκε στο γάμο της κρητικής ευγενούς Καλλέργας Καλλέργη με βενετσιάνο ευγενή.
Το ίδιο και περισσότερο ίσως ισχύει για τους πιο γνωστούς συγγραφείς των θεατρικών έργων. Αυτοί με τη σειρά τους, είναι άτομα που ανήκουν στις προαναφερμένες κοινωνικές ομάδες και έχουν άμεση σχέση με τη βενετική διοίκηση και τη βενετική πολιτιστική κυριαρχία, αφού είτε μετέχουν ενεργά στην άσκηση εξουσίας στο νησί, είτε ζουν από κοντά στη Βενετία τα θεατρικά και άλλα πολιτιστικά δρώμενα. Τα έργα τους όχι μόνο κινούνται στα ειδολογικά και υφολογικά πλαίσια του Θεάτρου της εποχής (τραγωδία, ποιμενικό δράμα, θρησκευτικό δράμα), αλλά μεταφέρουν αρκετά αφομοιωμένα τις επιδράσεις της όψιμης ιταλικής αναγέννησης στην Κρήτη παράγοντας ένα έργο, το οποίο, αν και δε στερείται από πρωτοτυπία, όμως τελικά μόνο μέσα στα πλαίσια εκείνης μπορεί να κριθεί και να αξιολογηθεί αντικειμενικά. (Πούχνερ: 1991, Γραμματάς: 1992, 79-95)
            Γιατί, όπως είναι ήδη γνωστό (Πολίτης: 1958 263-269), τόσο πίσω από τα κρητικά θεατρικά έργα βρίσκονται συγκεκριμένα ιταλικά αποτελώντας σαφή πρότυπα εύκολα ανιχνεύσιμα από τους ερευνητές (ενδεικτικά και μόνο μπορεί να θεωρηθούν τα: Lo Isach του L.Groto για τη Θυσία του Αβραάμ του Β. Κορνάρου, το Il Re Torrismondo του T. Tasso για το Βασιλεύς ο Ροδολίνος του Ι.Α. Τρωίλου, η Οrbecche  του G.B. Giraldi για την Ερωφίλη του Γ. Χορτάτση, το La Callisto του L.Groto με την Πανώρια του Γ.Χορτάτση), όσο και γενικότερες επιδράσεις και αντιστοιχίες διαπιστώνονται άμεσα ή έμμεσα συγκεκριμενοποιήσιμες κάποτε σε έργα ή είδη (όπως την κωμωδία γενικότερα).   [Πολίτης: 1964].
Αν και η σχέση του Κρητικού με το ιταλικό Θέατρο είναι αναντίρρητη, όμως σ’ ένα μεγάλο βαθμό ο παράγοντας της πρωτοτυπίας δεν επιτρέπει να κάνουμε λόγο για μιμητική σχέση προτύπου-αντιγράφου, αλλά μάλλον για αφομοιωμένη και αναδημιουργημένη ύλη που χαρακτηρίζει το κρητικό έργο, χωρίς να στερεί την ιδιαιτερότητά του.(Γραμματάς:ο.π.)
Κατ’ αυτό τον τρόπο το εγκεφαλικό στοιχείο του Lo Isach μετατρέπεται σε πιο λυρικό και ανθρώπινο, με χαρακτηρολογική διαφοροποίηση σε δύο από τους βασικούς ήρωες (Σάρα – Ισαάκ), στη Θυσία του Αβραάμ, ενώ ο θεοκρατικός χαρακτήρας του πρωτοτύπου αμφισβητείται με την εισαγωγή στοιχείων ορθολογισμού που εισηγείται ο ένας από τους δύο δούλους (Σόφερ).  [Bakker-Gemert: 1996]
Παρόμοιες διαφοροποιήσεις εντοπίζονται ανάμεσα στο La Gallisto του L. Groto και την Πανώρια του Χορτάτση, τόσο ως προς τη συγκεκριμενοποίηση κάπως του χώρου, που από τη φανταστική Αρκαδία πλησιάζει στα βουνά της Κρήτης (βοσκοί και βοσκοπούλες των κρητικών βουνών), όσο και τη διαγραφή των χαρακτήρων, οι οποίοι προσεγγίζουν πολύ περισσότερο σε υπαρκτά πρόσωπα  μιας συγκεκριμένης και γνωστής στο κοινό πραγματικότητας, παρά σε μυθικές υπάρξεις. (Πολίτης: 1966, 33-34 Κριαράς: 1976, 376-382).
            Στα πλαίσια αυτής της θεματικής και υφολογικής ανανέωσης του αναγεννησιακού Θεάτρου στην οποία εντάσσεται το ποιμενικό δράμα, οι συγγραφείς μεταφέρουν τη δράση των έργων τους σ’ ένα εξωπραγματικό χώρο και χρόνο. Οδηγούνται σε μια εξιδανικευμένη διάσταση του πραγματικού ωραιοποιώντας πρόσωπα και καταστάσεις μιας ιστορικά παρωχημένης εποχής. Συχνά καταλήγουν στο μυθικό και το φανταστικό, στοιχεία μέσα από τα οποία βρίσκουν τη δυνατότητα να εκφράσουν αλληγορικά τις απόψεις τους για τη ζωή και την αντίθεσή τους προς την υπάρχουσα πραγματικότητα.
  Η Αρκαδία, αντιπροσωπεύοντας την επιστροφή στη φύση, σε μια φύση όμως που δεν έχει υποστεί καμιά αλλοίωση από την αστική ανάπτυξη, βρίσκεται μακριά από κάθε μορφής εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα, συνδέεται μερικά μόνο με την ουτοπία (χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να ταυτίζεται μ’ αυτή) αφού μας οδηγεί σ’ ένα φανταστικό κόσμο, όπου οι πρωταγωνιστές παραμένουν εξατομικευμένοι χωρίς να ενδιαφέρονται για συλλογικά προβλήματα ζωής και κοινωνικής οργάνωσης. (Γραμματάς: 1987, 11-26)
  Μ’ αυτή την προοπτική πρέπει να δούμε και ν’ αξιολογήσουμε το ποιμενικό δράμα στο κρητικό Θέατρο του ΙΣΤ΄ – ΙΖ΄ αι. Από τη μια δηλαδή η ύπαρξη γνωστών και πλατιά διαδομένων ιταλικών προτύπων δίνει τη δυνατότητα για μια μεταφορά και αν όχι μίμηση, τουλάχιστον δημιουργική ανάπλαση και μοτίβων ήδη πετυχημένων. Από την άλλη όμως η ιδιαιτερότητα της κρητικής κοινωνίας υποχρεώνει μια διασκευή του προτύπου για να υπάρξει μεγαλύτερη αναφορικότητα στις δεδομένες χωροχρονικές συνθήκες. Αυτό επιβάλλει στον Χορτάτση ν’ απορρίψει πολλές από τις θεωρούμενες ως απαράβατες αξίες του ιταλικού αρκαδισμού και να δώσει ρεαλισμό στα πρόσωπα και τη δράση της Πανώριας, ενώ στον ανώνυμο μεταφραστή του Pastor Fido να αποβάλει την πλασματικότητα και το πλεοναστικό μυθολογικό στοιχείο προσδίδοντας μεγαλύτερη γνησιότητα στο έργο. (Κριαράς: 1964, 273-297)
Η παρουσία του ποιμενικού δράματος είναι ισχυρότερη (αφού υπάρχουν τρία αντιπροσωπευτικά δείγματα). Πρώτο, είναι η έμμετρη μετάφραση σε κρητικό ιδίωμα του Pastor Fido από άγνωστο κρητικό συγγραφέα (ενδεχομένως τον ίδιο τον Γ.Χορτάτση) στην τελευταία δεκαπενταετία του ΙΣΤ΄ αι. που με τον ελληνικό τίτλο Πιστικός Βοσκός αποτέλεσε με τη σειρά του πρότυπο για ν’ ακολουθήσουν άλλες δυο μεταφράσεις και να γίνει το έργο πλατιά γνωστό στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το δεύτερο είναι η Πανώρια (γνωστό παλαιότερα ως Γύπαρις) του Γ. Χορτάτση και το τρίτο το ιταλικά γραμμένο έργο LAmorosa Fede (1619) του νεαρού Ρεθεμνιώτη Αντώνιου Πάντιμου (Αποσκίτη: 1991, 35-40), με υπόθεση παρμένη από τη μυθολογία της Κρήτης, έντονα αλληγορικά φορτισμένο. Εκτός από τις προαναφερμένες περιπτώσεις βουκολικό δράμα στο Ελληνικό Θέατρο δεν συναντιέται μέχρι την εποχή του δραματικού ειδυλλίου (19ος αι.) με εξαίρεση τη διπλή μετάφραση του Pastor Fido από τον Ζακυνθινό Μιχ. Σουμμάκη το 1658 (Κριαράς: 1964, 273-297) και τον Γ. Σούτσο το 1804, καθώς και τη μετάφραση του Aminta το 1745 από τον κυθηριώτη γιατρό Γ. Μόρμορη (Ευαγγελάτος: 1969, 173-182, Γραμματάς: 1987, 11-26).
  Σ’ αυτή την πρώτη φάση ανάπτυξης το ποιμενικό δράμα διατηρεί τα γνωρίσματα του είδους έτσι όπως αυτό είχε κάνει την εμφάνισή του στην Ιταλία. Πρόκειται δηλαδή για ερωτική υπόθεση ανάμεσα σ’ ένα ή περισσότερα ζευγάρια νέων που διαδραματίζεται σε εξωπραγματικό χώρο και χρόνο. Το αντικειμενικά υπαρκτό συγχέεται με το φανταστικό και το ρεαλιστικό με το μυθολογικό. Το αρκαδικό στοιχείο βρίσκεται σε έξαρση. Η περιγραφική απεικόνιση της φύσης κυριαρχεί. Η ψυχογραφία των ηρώων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η μεταστροφή των αισθημάτων τους βεβιασμένη και η σκηνική απόδοση της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς τους πλασματική. Οι συνεχείς μελοδραματικές επικλήσεις στη φύση και η έξαρση του συναισθηματισμού σε συνδυασμό με τους μακροσκελείς μονολόγους και την απεραντολογία της εκμυστήρευσης του ψυχικού κόσμου των ηρώων, δίνουν υπεροχή στο αφηγηματικό στοιχείο και υποβαθμίζουν τη δράση με τελική συνέπεια τη στατικοποίηση της θεατρικής παράστασης.
  Αλλά το ποιμενικό δράμα στην Κρήτη είναι σαφέστατα διαφοροποιημένο από το αντίστοιχο ιταλικό. Ο εξαγνιστικός χαρακτήρας και η λειτουργία εξιδανίκευσης του πραγματικού εξακολουθούν βέβαια να ισχύουν. Οι ανάγκες όμως που το διαμορφώνουν έχουν διαφοροποιηθεί, με φυσική κατάληξη το σε κάποια δεδομένη ιστορική στιγμή σχηματισμένο ιδεολογικό του πλαίσιο να μη λειτουργεί πια (ή τουλάχιστο να μην είναι μοναδικό και κυρίαρχο) και κατά συνέπεια να επέρχεται ο μορφολογικός μετασχηματισμός του. Κατ’αυτόν τον τρόπο ενώ στην ιταλική tragicommedia pastorale τα πρόσωπα ανήκουν σε μια εποχή ανεπίστρεπτα ξεπερασμένη και η δράση περιστρέφεται γύρω από την αρχαιοελληνική μυθολογία στη διάσταση της φανταστικής Αρκαδίας, στο κρητικό ποιμενικό δράμα υπάρχει εντονότερα το ρεαλιστικό στοιχείο. Η αλλαγή αυτή δεν είναι αναιτιολόγητη. Μπορεί θαυμάσια να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί όταν έχουμε υπόψη μας τα ακόλουθα τρία δεδομένα.
  Πρώτο ότι, όπως έχει ήδη υποστηριχθεί, η κρητική λογοτεχνία στο σύνολο χωρίς να χάνει τη στενή εξάρτησή της από την ιταλική, δεν παύει ποτέ να είναι άμεσα συνδεμένη με την παλιότερη βυζαντινή παράδοση.(Κριαράς: 1953, 298-314)
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λαϊκά ή λαϊκότροπα στοιχεία υπεισέρχονται και δρουν καταλυτικά σε όλα σχεδόν τα έργα της, που κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μένουν ποτέ εγκεφαλικά δημιουργήματα, αποκομμένα από την πραγματικότητα (όπως συνέβαινε σε κάποιο βαθμό με τις λογοτεχνίες της δύσης) αλλά χαρακτηρίζονται από ορισμένα δημοτικοφανή γνωρίσματα, εύκολα ανιχνεύσιμα στην προγενέστερη ελληνική λογοτεχνική παράδοση. (Τωμαδάκης: 1945, 19-21)
  Δεύτερο, ότι σε καμιά περίπτωση η δομή της Κρητικής κοινωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδια μ’ αυτή των πόλεων της Ιταλίας και επομένως η οπτική κάτω από την οποία οι κρητικοί συγγραφείς επεξεργάζονται τα θέματά τους δεν μπορεί να είναι ίδια μ’ αυτή των ιταλών ομοτέχνων τους.
Τρίτο τέλος ότι το Κρητικό Θέατρο είναι δημιούργημα των ελλήνων ευγενών (nobili cretensi) και αστών (citadini) που είχαν το ίδιο καλά ελληνική και ιταλική παιδεία. Η επαφή με τη Δύση τους επιτρέπει να έχουν υπόψη τους την πρόοδο στα γράμματα και τις τέχνες, ενώ η γνώση της ελληνικής παράδοσης τους κρατεί σ’ άμεση επαφή με την προγενέστερη εθνική τους κληρονομιά. Ζώντας σ’ ένα διαφορετικό χώρο απ’ ότι οι συγγραφείς της Ιταλίας βρίσκονται πιο κοντά στη φύση και στο λαό απ’ όσο εκείνοι. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι ανθρώπινες σχέσεις και καταστάσεις αποδίδονται πιο ρεαλιστικά απ’ ό,τι στ’ αντίστοιχα έργα του ιταλικού Θεάτρου. (Αλεξίου: 1960, 102-108)
  Τόσο λοιπόν η Πανώρια κατά κύριο λόγο, όσο και η κρητική και ζακυνθινή μετάφραση του Pastor fido καθώς και η ελληνική απόδοση του Aminta, αν και διαπνέονται από τις ίδιες αξίες, αν και εκφράζουν τις ίδιες ιδεολογικές θέσεις με τα ποιμενικά δράματα της Ιταλίας που έχουν για πρότυπο ή μεταφράζουν, αποτελούν ουσιαστικές θεατρικές δημιουργίες που επάξια μνημονεύονται από τους ιστορικούς του νεότερου Ελληνικού Θεάτρου. Το ίδιο μπορούμε να επισημάνουμε και στην τραγωδία, όπου αν και οι ομοιότητες μεταξύ των κρητικών και των προγενέστερων ευρωπαϊκών έργων είναι προφανείς (Ερωφίλη-Orbecche, Βασιλεύς ο Ροδολίνος-Il re Torrismondo), η προσωπικότητα των κρητικών δημιουργών παρεμβαίνει καθοριστικά και προσαρμόζει το τραγικό ύφος στις προσλαμβάνουσες του συγκεκριμένου κοινού στο οποίο απευθύνεται, απαλύνοντας ή εξοβελίζοντας τα στοιχεία εκείνα που αντιβαίνουν στην ψυχοσύνθεση και τη νοοτροπία του.
Ένα άλλο είδος Θεάτρου που ακμάζει στην Κρήτη, είναι η κωμωδία. Αποτελεί  προϊόν της λογοτεχνικής άνθησης που παρατηρείται στο νησί στο τέλος του ΙΣΤ’ αιώνα μέχρι την κατάληψη του Χάνδακα από τους Τούρκους το 1669. Στο κρητικό αναγεννησιακό Θέατρο η κωμωδία αντιπροσωπεύεται από τρία έργα: τον Κατζούρμπο του Γ. Χορτάτση, τον Στάθη αγνώστου συγγραφέα και τον Φορτουνάτο του Μάρκου Αντωνίου Φόσκολου. Η συγγραφή τους χρονολογικά εντοπίζεται, παρ’ όλα τα φιλολογι­κά προβλήματα και τις διαφωνίες των ειδικών, στο διάστημα 1595 μέχρι 1655, δηλαδή μέσα σε εξήντα χρόνια, περίοδο άλλωστε μέσα στην οποία γράφονται και τα υπόλοιπα έργα του κρητικού Θεάτρου. Θέμα τους έχουν και τα τρία τον έρωτα δύο νέων – από τους οποίους ο ένας αγνοεί την πραγματική καταγωγή του – που εμποδίζεται από τη μεσολάβηση κάποιου απ’ τους γονείς, που αξιολογεί με οικονομικά και όχι συναισθηματικά κριτήρια την αποκατάσταση του παιδιού του. Η λύση έρχεται είτε με την απόδειξη ότι ο γέρος αντεραστής, που πάντα υπάρχει στο έργο, είναι πατέρας της νέας (Κατζούρμπος), είτε ότι η νέα ή ο νέος είναι παιδιά άλλου από το νομιζόμενο πατέρα, ο οποίος, ύστερα από την αναγνώριση, δίνει τη συγκατάθεση για την ένωση τους (Στάθης, Φορτουνάτος).
Αυτή η απλή στη δομή της υπόθεση, που δεν είναι πάντα από τη φύση της τόσο κωμική, εμπλουτίζεται με μια σειρά από δευτερεύουσες αυτοτελείς ιστορίες μη πρωταγωνιστικών μορφών που όμως παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της δράσης και συνιστούν το κατεξοχήν κωμικό στοιχείο, αφού τόσο ως χαρακτήρες όσο και ως φορείς δράσης ανήκουν αποκλειστικά στο κωμικό μέρος του έργου. Η παρουσία τους δικαιολογείται εξαιτίας είτε της άμεσης σχέσης τους με κάποια από τις κύριες μορφές, είτε των έμμεσων και δευτερευόντων κατά βάση κωμικών καταστάσεων που αναπτύσσονται από τις μεταξύ τους επαφές. Κατ’ αυτό τον τρόπο η κωμωδία στο κρητικό Θέατρο παρουσιάζεται πολυκεντρική, αλλά με μονοσήμαντη κατά βάση δόμηση, αφού αποτελείται από ένα κοινότυπο θέμα (ερωτευμένο ζευγάρι – παρέμβαση πλούσιου γέρου αντεραστή – αποκατάσταση σχέσεων σύμφωνα με το φυσικά δέον), το οποίο λειτουργεί κάθετα και συνιστά την κύρια δράση. (Πολίτης: 1964)
Οι ήρωες που μετέχουν σ’ αυτό το επίπεδο είναι αριθμητικά περιορισμένοι (το νεαρό ζευγάρι, ο γέρος και κάποιος μεσάζοντας) και κινούνται σε μια ξεχωριστή ανθρωπολογική κλίμακα απ’ ό,τι τα υπόλοιπα πρόσωπα που μετέχουν στο έργο. Γιατί ταυτόχρονα και παράλληλα μ’ αυτό, αλλά σε οριζόντια δόμηση, αναπτύσσεται η επιμέρους καθαρά κωμική δράση των δευτερευόντων μορφών, που στηρίζεται πάνω στα ιδιαίτερα φυσιογνωμικά ή χαρακτηρολογικά γνωρί­σματα των προσώπων που ανήκουν σ’ αυτό το επίπεδο. Έχουμε λοιπόν τον πανούργο και τον αδηφάγο δούλο που ο καθένας με τον τρόπο του, οδηγώντας στην υπερβολή τις ιδιότητες που τον διακρίνουν, προξενεί το γέλιο. Αυτοί είναι – συνήθως – οι συνεκτικοί κρίκοι των δύο επιπέδων δράσης, αφού συνδέονται τόσο με τα αφεντικά τους (κάποιον από τους ερωτευμένους νέους), όσο και με τα πρόσωπα του περιθωρίου (μεσίτρες εταίρες) και κατ’ αυτό τον τρόπο γίνονται οι βασικοί πρωταγωνιστές στην ανάπτυξη της πλοκής. Εκτός απ’ αυτούς εμφανίζεται ο σχολαστικός δάσκαλος κι ο καυχησιάρης στρατιωτικός, που κι αυτοί με τη σειρά τους συνδέουν με τους έρωτες και τα παθήματά τους τις δευτερεύουσες με τις κύριες μορφές του έργου, σ’ ένα πλέγμα σχέσεων σύνθετων επιφανειακά που στην πραγματικότητα λειτουργεί απλά. (Πολίτης: 1961-1962, 406-407)
Η ίντριγκα αποτελεί λοιπόν βασικό γνώρισμα της κρητικής κωμωδίας που όμως κατ’ ουσία στερείται από πρωτοτυπία αφού τα πρόσωπα, το θέμα, η δράση και η τεχνική της προέρχονται από την commedia erudita αλλά αντλεί και στοιχεία από την εμπλουτισμένη μορφή της Commedia dellarte, ενώ ακόμα πιο πίσω ανάγονται σε επιβιώσεις της ρωμαϊκής κωμωδίας του Πλαύτου και του Τερέντιου. (Δεδούση: 1968, 241-279) Το κωμικό στοιχείο οφείλεται τόσο στην «παρανόηση», είτε αυτή είναι συναισθηματική είτε γλωσσική, όσο και στη γελοιοποίηση ανθρώπινων τύπων που συναντιούνται παραδοσιακά στην ιταλική κωμωδία και οδηγούν στη συνέχεια στην τυποποίηση τους μέσα στην commedia dellarte.      
Ο χώρος, ο χρόνος και η σκηνική οικονομία διέπονται από τους αριστοτελι­κούς κανόνες και τα θεατρικά δεδομένα της εποχής. Υπάρχει μια αυστηρή ενότητα και συνοχή στις πράξεις και στις σκηνές που διατηρείται πιστά. Η δράση αναπτύσσεται σε ένα εικοσιτετράωρο στο ίδιο πάντα σκηνικό. Οι ίδιοι πρόλογοι, ο ίδιος τυποποιημένος τρόπος παρουσίασης των προσώπων που πρωτοεμφανίζονται στη σκηνή, η ίδια τεχνική στην αλλαγή της δράσης και την ανάπτυξη της πλοκής, που στηρίζεται στην παρεξήγηση σχετικά με την καταγωγή κάποιου από τους κεντρικούς ήρωες. Σ ‘ αυτόν τον απ’ τη φύση του συμβατικό χαρακτήρα του μύθου, έρχεται να προστεθεί η εξίσου κοινότυπη και παραδοσιακή τεχνική του γέλιου, ως προϊόντος υποβάθμισης ή υπερβολής φυσιογνωμιών ή χαρακτηρολογικών γνωρισμάτων που διακρίνουν τα δευτερεύο­ντα κοινωνικά άτομα (υπηρετικό προσωπικό, γυναίκες του περιθωρίου κ.α.), που δεν ανήκουν ούτε στην τάξη των nobili ούτε σ’ αυτή ακόμα των citadini, οι οποίες δεν διακωμωδούνται ποτέ.
Στόχος της κωμωδίας λοιπόν δεν είναι να θίξει καταστάσεις, ούτε να καταγγείλει θεσμούς, αλλά να ψυχαγωγήσει και να διασκεδάσει ένα κοινό που είχε ήδη την ψυχολογία του απειλουμένου από τον τουρκικό κίνδυνο και στο Θέατρο ζητούσε εκτόνωση από τα άγχη και τις αγωνίες του. Γι αυτό και το κωμικό στοιχείο δεν αποτελεί παράγοντα διαμαρτυρίας και αντίδρασης ενάντια στο κατεστημένο, αλλά μπαίνει στην υπηρεσία της κυρίαρχης ιδεολογίας, που μέσα απ’ αυτό δίνει διέξοδο στα τυχόν λανθάνοντα στοιχεία διαμαρτυρίας και δικαιώνεται στη συνείδηση των θεατών.
Τα έργα του κρητικού Θεάτρου στο σύνολό τους, είναι γραμμένα από άτομα που ανήκουν στην ανώτερη κοινωνία και απευθύνονται στους ομοίους τους, αφού οι παραστάσεις που πιθανώς δίνονται σε κλειστό (Ακαδημία Stravaganti, δουκικό παλάτι κ.α.), βεβαιωμένα όμως σε ανοιχτό χώρο, κατά βάση απευθύνονται τουλάχιστο στο «αστικό» κοινό του Χάνδακα. Πρόκειται δηλαδή για συμβολαιογράφους, γιατρούς, δικηγόρους, διοικητικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς και ευγενείς κρητικούς και βενετσιάνους που, όπως έμμεσα συμπεραίνεται από τα ίδια τα κείμενα, έπρεπε να διαθέτουν καλή γνώση όχι μόνο της ιταλικής γλώσσας αλλά και των λατινικών που συχνά παρεμβάλλονται στο κείμενο. Το καλλιεργημένο αυτό κοινό που σ’ ένα μεγάλο ποσοστό διέθετε ανώτερη μόρφωση, ήξερε από πρώτο χέρι το σύγχρονο Θέατρο της εποχής (ιταλικό), αφού σίγουρα είχε παρακολουθήσει στην Ιταλία αλλά και στην Κρήτη παραστάσεις από περιοδεύοντες θιάσους της commedia erudita και της commedia dellarte. (Παναγιωτάκης: 1998)
Εκτός από αυτές, τις σχετικά αριθμητικά περιορισμένες ευκαιρίες να παρακολουθήσει Θέατρο, το κοινό των τριών μεγάλων αστικών κέντρων του νησιού και ιδιαίτερα του Χάνδακα, συμμετείχε σε παραστάσεις κρητικών ερασιτεχνών που δινόταν κατά την παρατεταμένη περίοδο του καρναβαλιού, αλλά και με αφορμή διάφορα έκτακτα εορταστικά και επετειακά γεγονότα (γάμοι, αφίξεις, υψηλόβαθμων βενετών αξιωματούχων στο νησί). Οι παραστάσεις αυτές, αν και δημιουργούν προβληματισμούς στους σύγχρονους ερευνητές, ως προς τη δυνατότητα και τον τρόπο απόδοσής τους, είναι αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία χαρακτηρίζουν τη θεατρική δραστηριότητα κατά την περίοδο περισσότερο από τα τρία τέταρτα του αιώνα, ανάμεσα στο τέλος του ΙΣΤ΄και τα μέσα του ΙΖ΄αιώνα.
Τα έργα στο σύνολό τους διαθέτουν ιντερμέδια (μικρά, θεαματικά επεισόδια ανεξάρτητα από την υπόθεση του κυρίως έργου, στο σώμα του οποίου παρεμβάλλονται για ανακουφιστικούς λόγους), όπως ακριβώς συνέβαινε και στο ιταλικό Θέατρο. Αυτά αντλούν τη θεματική τους από τον κύκλο των Σταυροφοριών και τον Τρωικό Πόλεμο, ενώ κάποια άλλα είναι ποικίλης προελεύσεως. Διαθέτουν προλόγους, οι οποίοι γίνονται από πρόσωπα που δεν μετέχουν στη δράση αλλά υφολογικά σχετίζονται με το είδος του έργου και στην υπόθεση που ακολουθεί (η Θεά τση χαράς [Αφροδίτη] στην Πανώρια, ο Χάρος στην Ερωφίλη, το Μελλούμενο στο Βασιλεύς ο Ροδολίνος). Η παρουσία τους παίζει σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη της θεατρικής ψευδαίσθησης (Γραμματάς: 1992, 97-114), αφού με την παρουσία αυτών είναι που δημιουργείται η θεατρική σύμβαση, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι τα έργα είχαν προορισμό τη θεατρική σκηνή και όχι τη λογοτεχνική ανάγνωση. Υπάρχουν, ακόμα, χορικά στις τραγωδίες και επίλογοι, σύμφωνα με τα δεδομένα του ιταλικού Θεάτρου της εποχής, από το οποίο όμως συνειδητά (σε κάποιες περιπτώσεις) απομακρύνονται οι κρητικοί συγγραφείς.
            Παρ’ όλες αυτές τις επιμέρους ομοιότητες αλλά και διαφορές, το Κρητικό Θέατρο στο σύνολό του δεν μπορεί να εκληφθεί παρά ως μεταγραφή και απόδοση στα ελληνικά των θεατρικών δεδομένων και αισθητικών αναζητήσεων της όψιμης ιταλικής αναγέννησης έτσι όπως αυτές διαγράφονται σε γνωστά έργα επωνύμων δημιουργών, στερώντας του κάθε δυνατότητα αντιμετώπισης ως αυτοφυούς ή αυτοδύναμου φαινομένου. Αντίθετα η ύπαρξή του πρέπει να ενταχθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των επιδράσεων που κληροδοτεί η ιταλική αναγέννηση στο Θέατρο και mutatis mutandis  να θεωρηθεί (με αρκετή καθυστέρηση βέβαια) ως έκφραση του αναγεννησιακού κλίματος στην Ελλάδα, αντίστοιχα με την εμφάνιση παράλληλων φαινομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Εργασία Τεχνολογίας Α' Λυκείου - Η Ανάγνωση Εξωσχολικών Βιβλίων Στους Νέους Της Ελλάδας


Εργασία Τεχνολογίας Α’ Λυκείου


1.     Τίτλος Έρευνας.

Η ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων για τους νέους των Λυκείων της Ελλάδας, και πως αυτή επηρεάζει την ζωή τους.


2.     Παρουσίαση Προβλήματος.

   Η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων, θεωρείται ένα είδος χόμπι, και είναι ένα ψυχαγωγικό μέσο. Μέσα από την ανάγνωση τέτοιων βιβλίων, ο άνθρωπος απορροφά αυτά που προτιμά, που επιλέγει, λαμβάνει μηνύματα, καλλιεργείται, και χτίζει χαρακτήρα. Η ανάγνωση βιβλίων μπορεί να αποβεί πολύ εποικοδομητική για αυτούς που την εκμεταλλεύονται και να τους βοηθήσει γενικότερα. Διευρύνει ορίζοντες, «διδάσκει» λεξιλόγιο, εκφράσεις, ήθη κι έθιμα, περνάει μηνύματα που δημιουργούν και συντελούν στο χτίσιμο του χαρακτήρα του αναγνώστη και τον επηρεάζει.
   Αναλόγως το πως απορροφάει κανείς αυτά τα στοιχεία, εξαρτάται και πως θα τα εφαρμόσει στη ζωή του. Πιθανόν κάποιος να τα υιοθετήσει στην καθημερινή του ζωή(όπως λεξιλόγιο, εκφράσεις, αντιδράσεις σύμφωνα με κάποια μηνύματα, ή κάποιο χαρακτήρα), πιθανόν να τα χρησιμοποιήσει στον χαρακτήρα του, θεωρώντας ότι έτσι θα τον «αναβαθμίσει» (παραδείγματος χάρη, ένας χαρακτήρας ήρεμος και πράος σε ένα βιβλίο, αντίστοιχα και ο αναγνώστης να προσπαθήσει να εντάξει αυτά τα δύο χαρακτηριστικά στον δικό του χαρακτήρα), πιθανόν να επηρεάσουν τις επιλογές του. Για παράδειγμα αν κάποιοι χαρακτήρες, ή κάποια αίτια, ή κάποιος άλλος λόγος που μπορεί να περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο( ή πιθανόν κάτι αρνητικό έτσι ώστε να εφαρμοστεί το θετικό προς απέχθεια του αρνητικού), να σταθεί αιτία για κάποια επιλογή του ατόμου.

Η έρευνα θα αναφέρεται και θα αναλύει το αν διαβάζουν οι νέοι λογοτεχνικά βιβλία, τι προτιμούν, γιατί το προτιμούν και γιατί διαβάζουν, και πώς βλέπουν οι ίδιοι να συμβάλει στην ζωή τους. Είτε την καθημερινή, δηλαδή στη συναναστροφή με άλλα άτομα, είτε γενικότερα στις αποφάσεις της ζωής τους και στην αντιμετώπιση καταστάσεων, είτε ακόμα και στα όνειρά και τις επιθυμίες τους.

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να έχουμε μια ιδέα, πιθανόν σύμφωνα με γενικότερα συμπεράσματα που έχουν βγάλει κάποιοι ερευνητές. Βέβαια κανείς ποτέ δεν μπορεί να ξέρει σίγουρα, ή να καταλάβει σίγουρα την ψυχολογία του ανθρώπου, και μιας και αυτές οι έρευνες δεν έχουν κυκλοφορήσει ευρύτερα έτσι ώστε να διαπιστωθούν τα αποτελέσματα από όλους μας, αυτά τα συμπεράσματα παραμένουν απλώς υποθέσεις στο στόμα όλων μας.
Επίσης, οι κατηγορίες βιβλίων είναι πολλές, και δεν θεωρώ απαραίτητο να αναφερθούν τα αποτελέσματα από τώρα, καθώς αυτό θα γίνει μετά το ερωτηματολόγιο. Ας αναφέρουμε όμως τρία παραδείγματα, για να γίνει πιο κατανοητό.

Πιθανόν το ποσοστό των ατόμων που θα δείξει προτίμηση σε φανταστική λογοτεχνία, να είναι άτομα γενικώς καλλιεργημένα, με τάση να είναι πιο απομακρυσμένα από την υπόλοιπη μάζα ατόμων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αντικοινωνικά. Πιθανόν μάλιστα να είναι σημάδια θέλησης «απόδρασης» από τον σημερινό κόσμο, είτε για χαλάρωση, ξεκούραση, είτε για πραγματική απόδραση.
Το ποσοστό των ατόμων που προτιμούν επιστημονική φαντασία, πιθανόν να είναι άτομα που κοιτάζουν στο μέλλον, οραματίζονται κάτι διαφορετικό, κάτι πιο εξελιγμένο, κάτι που θα βοηθήσει τον σημερινό κόσμο. Πιθανόν να είναι κάτι αντίστοιχο με αυτούς που προτιμούν τα φανταστικά βιβλία(όχι επιστημονικής φαντασίας) με τη μόνη διαφορά ότι βλέπουν στο μέλλον.
Τα άτομα που θα προτιμήσουν ιστορικά, και γενικότερα πραγματικά βιβλία, και όχι μυθιστορήματα(όπως οι δύο προαναφερόμενες ομάδες),  πιθανόν να είναι άτομα πιο προσγειωμένα, πιο αντικειμενικά, πιο ολοκληρωμένα, πιο γνώστες του εαυτού τους, και πιθανόν πιο οργανωμένοι καθώς θα θέλουν να έχουν γενικότερη γνώση της ιστορίας, και γύρω από πραγματικά γεγονότα.
Επίσης, ένα πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων υπάρχει πιθανότητα να επηρεαστεί αρνητικά για την κοινωνία από τα βιβλία, αντλώντας αρνητικά χαρακτηριστικά και εφαρμόζοντάς τα στην καθημερινότητά του. Έχουμε αρκετά παραδείγματα κατά συρροήν δολοφόνων, διαρρηκτών και διαφόρων άλλων εγκληματιών, που επιχειρούν να μιμηθούν κάποιον χαρακτήρα βιβλίου ή να αφήσουν το δικό τους...λογοτεχνικό στίγμα στον τόπο του εγκλήματος, ή γενικότερα στην εγκληματική ιστορία. Για παράδειγμα κάποιος ο οποίος διαβάζει ένα αστυνομικό-κατασκοπικό βιβλίο μπορεί πιθανόν να επιχειρήσει να εφαρμόσει αυτά που θα διαβάσει στην πραγματικότητα, και αυτό μπορεί αργότερα να αποτελέσει πρόβλημα. Βέβαια, αυτό το ποσοστό είναι πολύ μικρότερο σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα.

Όρια:
Τρία παραδείγματα, για να γίνει γενικότερα κατανοητό πως κρίνεται η προτίμηση στα λογοτεχνικά βιβλία, και τι πιθανόν να υποδηλώνει. Ποτέ όμως δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι για όλο το σύνολο των νέων από τα Λύκεια της Ελλάδας. Για αυτό και επιλέγουμε ένα τυχαίο δείγμα ατόμων.
 Η έρευνα αυτή πραγματοποιείται με στατιστική με τη βοήθεια ερωτηματολογίου που μοιράστηκε σε ένα τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα του Ελληνικού πληθυσμού των εφήβων. Κάπως έτσι θα ολοκληρωθεί η έρευνα, θα κριθούν οι απαντήσεις, και θα ληφθούν τα συμπεράσματα. Επίσης έχουμε και το πώς επηρεάζει η ανάγνωση βιβλίων τους νέους.

Μεταβλητές:
Όσον αφορά τις μεταβλητές, για να κλείνει σιγά-σιγά και η παρουσίαση του προβλήματος, η ανεξάρτητη μεταβλητή στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι νέοι, οι νέοι των Λυκείων της Ελλάδας, και οι εξαρτημένες μεταβλητές(είναι δύο), είναι η ανάγνωση εξωσχολικών/λογοτεχνικών βιβλίων(από τους νέους) και το πώς αυτή επηρεάζει τη ζωή τους.


3.     Παρουσίαση Του Σκοπού Της Έρευνας.

Αυτή η έρευνα αποσκοπεί στην έρευνα του ποσοστού ανάγνωσης βιβλίων από τους νέους και στην ανάλυση του σκοπού τους. Επίσης αποσκοπεί και στην έρευνα του πως η ανάγνωση επηρεάζει στην καθημερινή τους ζωή, στον χαρακτήρα τους, στις επιλογές τους κ.ά.


4.     Παρουσίαση Των Κοινωνικών Αναγκών Που Εξυπηρετεί Η Έρευνα.

  Πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δυστυχώς μέσω Internet δεν ήταν εφικτό να βρεθούν περισσότερες πληροφορίες πάνω στην βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα αυτό, και έτσι αναγκαστικά θα πρέπει να αναλυθούν μόνο οι λόγοι για τους οποίους η συγκεκριμένη έρευνα βελτιώνει την υπάρχουσα κατάσταση στον τομέα που αναφέρεται, η χρησιμότητα της έρευνας αυτής, και το τι προσθέτει παραπάνω σε αυτά που είναι ήδη γνωστά για τον συγκεκριμένο τομέα/θέμα.
  Η χρησιμότητα της συγκεκριμένης έρευνας ουσιαστικά είναι μια ανάλυση της σχέσης των νέων με την ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων. Αναλύει την συχνότητα διαβάσματος, τις προτιμήσεις στην θεματολογία των βιβλίων, το πως αυτή επηρεάζει την συμπεριφορά τους σε διάφορα σημαντικά συμβάντα, την συμπεριφορά τους σε καθημερινά δρώμενα, τις αντιδράσεις τους στην καθημερινή τους ζωή, την περιστασιακή και την γενικότερη ψυχολογία τους, και γενικότερα πόσο σημαντική θέση κατέχει στην ζωή των Ελλήνων εφήβων, κατά πόσο λογαριάζεται και από τι ποσοστό εφήβων, και πόσο τους επηρεάζει στην ζωή τους.
  Η έρευνα πιθανώς να μην βελτιώνει την υπάρχουσα κατάσταση στον συγκεκριμένο τομέα γενικώς, αλλά είναι μια καλή ευκαιρία για να κατανοήσουν όσοι θα ασχοληθούν με την συγκεκριμένη έρευνα, την ψυχολογία και την σχέση των νέων με την ανάγνωση και την λογοτεχνία.
  Επίσης, δεν προσθέτει κάτι καινούριο, πιθανώς όμως να αναλύει περαιτέρω κάποια στοιχεία και από την οπτική γωνία ένος μαθητή, κάτι το οποίο πιθανώς να προσθέτει κάτι ελάχιστο στις γνώσεις μας για τον συγκεκριμένο τομέα.

5.     Υπόθεση Της Έρευνας.

Μέσα από αυτήν την έρευνα, αποσκοπώ να αποκτήσω μια πιο ολοκληρωμένη άποψη του γιατί διαβάζουν οι Έλληνες έφηβοι λογοτεχνικά βιβλία, ποια η άποψή τους επί του θέματος, τι προτιμούν και γιατί, και κυρίως, τι αντίκτυπο έχει αυτό στην ψυχολογία τους. Με βάση το ερωτηματολόγιο θα διαμορφώσω αυτήν την άποψη και θα βγάλω κάποια συμπεράσματα τα οποία ελπίζω να συμφωνούν με τις πρώτες υποθέσεις/αναφορές που έχουν γίνει προηγουμένως στην έρευνα.


6.     Παράμετροι που δεν επηρεάζουν τα αποτελέσματα της έρευνας.

Ορισμένες παράμετροι μπορούν να επηρεάσουν έντονα τα αποτελέσματα της έρευνάς μας, άλλες όμως καθόλου. Πιθανώς επίσης, να υπάρξουν κάποιες οι οποίες να μοιάζουν μεταξύ τους και να είναι δύσκολο να διακριθεί η διαφορά. Παράμετροι όπως η περιοχή στην οποία κατοικούν οι μαθητές, ο χώρος στον οποίο ζουν καθημερινά(το σχολείο τους), οι επιθυμίες τους κλπ. δεν παίζουν ρόλο. Αντιθέτως, το οικογενειακό περιβάλλον, το παρελθόν τους, ο χαρακτήρας τους, η ψυχοσύνθεσή τους και οι παρέες τους παίζουν σημαντικό ρόλο καθώς επηρεάζουν τον μαθητή και είτε αλλάζουν την περιστασιακή τους ψυχολογία, είτε την γενικότερή τους, με πιθανό αποτέλεσμα να επηρεάζεται και το είδος που προτιμούν να διαβάζουν όσον αφορά τα εξωσχολικά βιβλία.


7.     Περιγραφή Των Ορίων – Περιορισμών Της Έρευνας.

  Η έρευνα πραγματοποιείται μέσω της διανομής ενός ανώνυμου ερωτηματολογίου που παρατίθεται παρακάτω, το οποίο δίνεται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό ατόμων-απαντητών, σχετικά μεγάλο, έτσι ώστε να είναι αρκετά ικανοποιητικό το αποτέλεσμα από πλευράς μεγέθους αριθμού απαντήσεων.
  Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο γίνεται η έρευνα δεν ξεπερνά τους τέσσερις (4) μήνες διότι τόσο δόθηκε ως διορία για να ολοκληρωθεί(η έρευνα).


8.     Περιγραφή Της Διαδικασίας Που Ακολούθησε Ο Ερευνητής.

Γενικώς, η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την πραγματοποίηση της έρευνας αυτής, ήταν αρκετά απλή. Το πιο σύνθετο κομμάτι είναι το ερωτηματολόγιο. Ξεκίνησα να καταγράφω τα κεφάλαια στον Υ/Η, προχωρώντας σιγά σιγά και την σκέψη μου επί του θέματος, διαμορφώνοντας όλο και πιο ολοκληρωμένη άποψη στην πορεία. Στο ερωτηματολόγιο χρησιμοποίησα εξωτερική βοήθεια(το ίδιο έκανα και για την εύρεση κάποιων περαιτέρω, γενικότερων, πληροφοριών) και άποψη όπως και κάποιες απαντήσεις, και τέλος διαμόρφωσα τα συμπεράσματα χρησιμοποιώντας ένα πιο ειδικευμένο πρόγραμμα.



     9. Ορισμοί.

Η ανεξάρτητη μεταβλητή που είναι οι νέοι των Λυκείων της Ελλάδας, περιλαμβάνει ουσιαστικά νέους 14-19 ετών, οι οποίοι φοιτούν σε όλα τα ΓΕ.Λ. και ΕΠΑ.Λ. της Ελλάδας. Όσον αφορά τις εξαρτημένες μεταβλητές, η ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων, έχει να κάνει με την ανάγνωση οποιουδήποτε αναγνώσματος εξωσχολικού το οποίο όμως να έχει λογοτεχνική μορφή και να έχει να είναι πεζός λόγος. Όχι ποίηση, παραδείγματος χάρη, ή κόμικ. Και τέλος, όσον αφορά το πόσο αυτή επηρεάζει τη ζωή τους, εννοεί σε τι βαθμό την επηρεάζει.

                        10. ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ


1.     Τι ηλικία έχετε;
14-15 ____   16-17 ____  18-19 ____

2.     Μαθητεύετε σε;
ΓΕ.Λ. ____   ΕΠΑ.Λ. ____

3.     Συμπληρώνετε αυτό το ερωτηματολόγιο γιατί:
  Σας ενδιαφέρουν τα συμπεράσματα ____
  Γιατί σας το ζήτησαν απλά ____
  Έτσι ____

4.     Η σχέση σας με το σχολείο είναι:
Άριστη ____   Πολύ καλή ____  Καλή ____   Μέτρια ____  Κακή ____

5.     Διαβάζετε εξωσχολικά βιβλία;
Ναι ____       Όχι ____

6.     Αν ναι, πόσα περίπου τον χρόνο;
8 και παραπάνω ____
6-8 ____
4-5 ____
1-2 ____
Κανένα ____

7.     Τα διαβάζετε γιατί:
Σας τα πρότειναν στο σχολείο ή σε κάτι παρόμοιο ____
Σας τα πρότεινε κάποιος γνωστός ή ακούσατε ότι είναι καλά ____
Από δική σας θέληση ____
Επειδή έπεσαν στα χέρια σας ____
Αν διαβάσετε θα είναι γιατί έτυχε ____

8.     Διαβάζετε βιβλία:
Ιστορικά ____    Φαντασίας ____   Επιστημονικής Φαντασίας ____    Ρομαντικά ____    Κωμικά ____    Αστυνομικά ____   Δραματικά ____    Εκπαιδευτικά ____     Άλλο(συμπληρώστε εάν το επιθυμείτε) ____________________

9.     Επιλέγετε το είδος που σας αρέσει διότι:
  Θεωρείτε ότι αντιπροσωπεύει τον χαρακτήρα σας ____
  Γιατί σας ψυχαγωγεί ____
  Θεωρείτε ότι καλλιεργεί το πνεύμα σας ____
  Αναπτύσσει το μυαλό σας και την κριτική σας σκέψη ____
  Εκφράζει τα συναισθήματά σας ____
  Γιατί έχει χαρακτήρα εκπαιδευτικό ή αντικειμενικό ____
  Θεωρείτε ότι έχει αντίκτυπο στην πραγματικότητα ____
  Άλλο(γράψτε) ____

10.                         Νομίζετε ότι η ανάγνωση βιβλίων επηρεάζει τον χαρακτήρα σας;
Ναι ____   Όχι ____   Δεν το έχω σκεφτεί ____

11.                         Σε τι βαθμό;
      Πολύ μεγάλο ____   Αρκετά μεγάλο ____    Μεγάλο ____     Όχι πολύ ____    Καθόλου ____

12.                         Νομίζετε ότι έχει αντίκτυπο στην καθημερινότητά σας;
 Ναι, σίγουρα ____   Ναι, νομίζω ____   Δεν είμαι σίγουρος/η ____   Όχι, καθόλου ____

13.                         Γιατί θεωρείτε ότι έχει αντίκτυπο;
       Απλά τυχαίνει ____
       Πιστεύετε ότι ίσως να το έχετε ανάγκη εσείς οι ίδιοι ____
       Θεωρείτε ότι σας κάνει καλύτερους ____
      Προσπαθείτε να αλλάξετε κάτι σε σας μέσα από αυτό ____
      Θεωρείτε ότι έχει περισσότερη πλάκα ____
      Δεν μπορείτε να καταλάβετε γιατί ____
      Πιστεύετε ότι είναι καλύτερο για όλους ____
      ΔΞ/ΔΓ ____
      Άλλο(γράψτε) ____

14.                         Νομίζετε ότι η ανάγνωση βιβλίων επηρεάζει έντονα την ψυχολογία σας;
     Ναι ____    Όχι ____ Δεν το έχω σκεφτεί ____

15.                         Θετικά ή αρνητικά κατά τη γνώμη σας;
Θετικά ____    Αρνητικά ____  Κάτι ενδιάμεσο, διαφορετικό ____    Δεν ξέρω ____

16.                         Θεωρείτε ότι αυτό είναι καλό ή προσπαθείτε να το αποτρέψετε / ελέγξετε;
Το αποδέχομαι γιατί δεν μπορώ να το ελέγξω ____
Το αποδέχομαι γιατί θεωρώ ότι είναι καλό ____
Το αποδέχομαι αλλά προσπαθώ να το ελέγξω ____
Δεν το αποδέχομαι καθόλου και το απωθώ ____

17.                         Από ποια ηλικία αρχίσατε να διαβάζετε;
8-9 ____   11-12 ____   13-14 ____  15-16 _____   17 κι απάνω ____    Δεν διαβάζω ____

18.                         Τι σας ώθησε να ξεκινήσετε;
Το οικογενειακό περιβάλλον ____
Ο κοινωνικός περίγυρος ____
Εσείς ο ίδιος ____
Έτυχε ____
Κάποιος άλλος, πιο ιδιαίτερος λόγος ____
Άλλο ____

19.                         Θεωρείτε ότι το διάβασμα παίζει ρόλο στην «εικόνα» σας;
Ναι, σημαντικό ____    Ναι, θα μπορούσε ____   Ίσως ____  Όχι, δεν νομίζω ____   Και να παίζει, δεν με ενδιαφέρει ____

20.                         Τι γνώμη είχατε για την ανάγνωση βιβλίων πριν ξεκινήσετε να διαβάζετε;
Ότι δεν είναι νοητικά για όλους ____
Ότι είναι για όσους είναι οικονομικά υγιείς ____
Ότι είναι ενδιαφέρουσα ____
Δεν είχα γνώμη ____
Δεν με ένοιαζε ____
 
21.                         Βρίσκετε τα βιβλία και τα διαβάζετε:
Τα αγοράζω με το χαρτζιλίκι μου ____
Τα αγοράζω με την οικονομική βοήθεια των γονιών μου ____
Προμηθεύομαι από τη βιβλιοθήκη του σπιτιού ____
Δανείζομαι από φίλους και συμμαθητές ____
Χρησιμοποιώ την τοπική δανειστική βιβλιοθήκη ____
Άλλο ____

22.                         Δανείζεστε/δανείζετε εσείς σε φίλους σας ή συμμαθητές σας;
Ναι, δανείζω και δανείζομαι ____
Όχι δανείζω μόνο ____
Δανείζομαι μόνο ____
Και δανείζω και δανείζομαι αλλά σχετικά σπάνια ____
Άλλο ____

23.                         Είστε ο/η μόνος/η στην παρέα σας που διαβάζετε;
Ναι, δεν διαβάζει κανένας άλλος ____     Διαβάζουν κάποιοι, αλλά είναι πολύ λίγοι ____    Όχι, διαβάζουν αρκετοί από την παρέα ____     Όλοι διαβάζουν, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις ____

24.                         Θεωρείτε ότι το διάβασμα είναι ακριβό hobby;
Αναλόγως το βιβλίο ____
Ναι ____
Σχετικά ____
Όχι ____
Ίσως για κάποιους ____

25.                         Μπορείτε να αντέξετε το κόστος του;
Ναι, άνετα ____   Ναι γενικώς ____   Ζορίζομαι λίγο, αλλά ναι ____    Δυσκολεύομαι ____     Όχι ____     Άλλο ____

26.                         Πόσες ώρες αφιερώνετε στο διάβασμα όποτε διαβάζετε;
1-2 την ημέρα ____      2-3 την ημέρα  ____   3-4 την ημέρα ____    Παραπάνω ____

27.                         Σε σχέση με άλλες ασχολίες σας, π.χ. PC(Υ/Η), τηλεόραση κλπ. αφιερώνετε λιγότερες ώρες;
Πολλές λιγότερες ____     Λίγο λιγότερες ____   Τις ίδιες ____    Περισσότερες ____

28.                         Θεωρείτε ότι το διάβασμα είναι ισάξιο με τον υπολογιστή ή την τηλεόραση;
Ισάξιο ____    Καλύτερο ____    Πολύ καλύτερο ____    Λίγο κατώτερο _____    Πολύ χειρότερο _____

29.                         Θεωρείτε ότι έχει επίπτωση στην σχολική σας απόδοση;
Ναι, μεγάλη ____    Ναι γενικώς ____  Ίσως, δεν έχω ασχοληθεί να δω ____    Όχι, καθόλου ____

30.                         Έχουν παρατηρήσει και άλλοι αυτήν την επίπτωση, ή μόνο εσείς;
Ναι, αρκετοί άλλοι, ανάμεσά τους και καθηγητές ____
Ναι, αρκετοί ____
Δεν ξέρω, ίσως ____
Όχι, δεν νομίζω ____
Δεν έχω ιδέα ____
Άλλο ____

31.                         Θεωρείται ότι η εφηβεία προτρέπει την ανάγνωση βιβλίων;
Ναι, πολύ έντονα ____    Ναι σε γενικές γραμμές ____    Αναλόγως ____   Όχι ____  Αντιθέτως, απωθεί ____

32.                         Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;
Στο ότι στην εφηβεία ανθίζει η καλλιτεχνική πλευρά του ατόμου ____
Στο ότι οι νέοι αναζητούν συνεχώς τρόπους έκφρασης και διοχέτευση ενέργειας ____
Στο ότι γενικώς αποκτούν κέφι και μεράκι για όλα ____
Στο ότι δεν έχουν εύκολα την δυνατότητα να ασχοληθούν με κάτι καθιστικό
Στο ότι δεν έχουν εύκολα την όρεξη να διαβάσουν κάτι, παρομοίως ίσως και με τα σχολικά μαθήματα ____
Γιατί ίσως να μην «τραβάει» τους νέους ____
Άλλο(γράψτε) ____

33.                         Πιστεύετε ότι εσείς απωθείστε τώρα, σε αυτήν την ηλικία;
Όχι, αντιθέτως, τώρα διαβάζω περισσότερο ____
Δεν έχει αλλάξει κάτι ____
Πάντα μου άρεσε η ανάγνωση βιβλίων ____
Ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα ____
Ναι, σε αυτήν την ηλικία απωθούμαι περισσότερο ____
ΔΞ/ΔΓ ____
Άλλο ____


11.Αποτελέσματα:


Για να φτιάξετε τα σχεδιαγράμματα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το excel.



12.                         Συμπεράσματα.

Βλέπουμε γενικώς, ότι κυρίως μαθητές ΓΕ.Λ. ηλικίας 16-17 ετών διαβάζουν βιβλία, το οποίο πιθανώς να έχει να κάνει με το βαθμό πνευματικής δυνατότητας(και αργότερα είναι και το θέμα των Πανελληνίων που δεν αφήνει περιθώριο ελεύθερου χρόνου γενικώς). Τα περισσότερα παιδιά όμως που απάντησαν το συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο το έκαναν διότι απλά τους το ζήτησαν, το οποίο μάλλον δηλώνει ότι δεν τους ένοιαζε ιδιαίτερα το αποτέλεσμα, και ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο το απάντησαν. Γενικώς τα περισσότερα παιδιά που το απάντησαν έχουν καλές σχέσεις με το σχολείο, το οποίο ίσως να επηρεάζει τελικά και τις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο. Από τους απαντητές, το 60% τους διαβάζει εξωσχολικά βιβλία. Είναι ένα ικανοποιητικό ποσό, ιδιαίτερα τον 21ο αιώνα, την εποχή της εικόνας και των media. Τα περισσότερα παιδιά διαβάζουν γύρω στα 4 με 5 βιβλία τον χρόνο. Το συγκεκριμένο ποσό είναι σχετικά μικρό, διότι με 4-5 βιβλία, δεν καταφέρνεις να αντλήσεις τελικά πολλά πράγματα σε σχέση με αυτά που σου προσφέρει γενικώς η λογοτεχνία. Οι περισσότεροι έφηβοι γενικώς διαβάζουν τα βιβλία διότι οι ίδιοι το επιθυμούν, κάτι που είναι πολύ καλό, καθώς δείχνει ότι οι νέοι έχουν δική τους βούληση και επιλογή, ιδιαίτερα σε ένα θέμα το οποίο όπως προανέφερα, δεν έχει και τόσο μεγάλη απήχηση τη σήμερον ημέρα. Με σειρά προτεραιότητας, οι νέοι επιλέγουν βιβλία Φαντασίας, Ρομαντικά, Αστυνομικά, Επιστημονικής Φαντασίας, Κωμικά, Ιστορικά, Εκπαιδευτικά, Δραματικά και άλλα, με μικρές διαφορές στα ποσοστά μεταξύ τους, το οποίο υποδηλώνει μια γενικώς πολυμορφία στις προτιμήσεις των παιδιών, το οποίο σε γενικές γραμμές εκλαμβάνεται θετικά. Κυρίως το προτιμούν(όποιο είδος αρέσει στον καθένα) διότι εκφράζει τα συναισθήματα του αναγνώστη ή απλά τον ψυχαγωγεί. Θεωρούν γενικώς οι νέοι ότι τα βιβλία, ναι, επηρεάζουν τον χαρακτήρα σε αρκετά μεγάλο βαθμό(εώς πολύ μεγάλο), αλλά δεν είναι σίγουροι αν αυτό έχει αντίκτυπο στην καθημερινότητα. Λίγοι θεωρούν ότι έχει. Αυτό πιθανώς να υποδηλώνει ότι ή οι μαθητές δεν ανοίγονται αρκετά για να φανεί ο επηρεασμός τους, ή ότι δεν επηρεάζονται, ή ότι δεν έχουν την δυνατότητα, την κρίση, να αντιληφθούν αν όντως έχει αντίκτυπο ή όχι.

Αυτό είναι διφορούμενο, και απαιτεί περαιτέρω ανάλυση, καθώς το ότι οι μαθητές δεν επηρεάζονται μπορεί να φανεί θετικό, καθώς έτσι δεν είναι ανοιχτοί σε πειρασμούς και προκλήσεις, από την άλλη όμως, δείχνει δυσκαμψία χαρακτήρα, το οποίο εκλαμβάνεται ως αρνητικό. Το ότι επίσης μπορεί να είναι κλειστοί χαρακτήρες, είναι αρνητικό, καθώς ναι μεν προστατεύονται από τους «κινδύνους» που επιφυλάσσει η σύγχρονη κοινωνία, αλλά από την άλλη στερεί την χαρά της επικοινωνίας από τον άνθρωπο, ο οποίος να θυμίσουμε σε αυτό το σημείο ότι είναι πέρα για πέρα κοινωνικό ζώο, είναι ζώο της αγέλης, και δεν του επιτρέπει να γνωρίσει τον κόσμο, καθώς αυτομάτως ο ίδιος δεσμεύει τον εαυτό του. Να μην ξεχάσω επίσης, ότι δείχνει και την ανάγκη του ανθρώπου να κρυφτεί, να προστατευτεί, το οποίο υποδηλώνει κοινωνία που οδηγεί τα μέλη της σε τέτοιες λύσεις, άρα κοινωνία σαθρή, υποβαθμισμένη. Γενικώς τα παιδιά, δεν δείχνουν να είναι σε θέση να κρίνουν γιατί μπορεί να υπάρχει αντίκτυπο στην καθημερινότητά τους, κάτι το οποίο επίσης μετράει αρνητικά για την κοινωνία. Επίσης οι νέοι δεν έχουν ασχοληθεί γενικότερα με τον αν η ανάγνωση βιβλίων επηρεάζει την ψυχολογία τους. Γενικώς οι απαντήσεις τους δείχνουν ότι δεν έχουν ασχοληθεί με τα πιθανά οφέλη της ανάγνωσης, ότι δεν έχουν ασχοληθεί και ψάξει πιο εκτεταμένα το όλο θέμα. Οι περισσότεροι ή αποδέχονται τον επηρεασμό που μπορεί να δεχτούν από το περιεχόμενο των βιβλίων και προσπαθούν να το ελέγξουν εάν το αντιληφθούν, έτσι ώστε να μην κυριαρχήσει στα χαρακτηριστικά τους, ή το απωθούν, πιθανώς επειδή το φοβούνται. Ίσως γιατί τους φαίνεται «δυνατό» και άγνωστο, ή γιατί πολύ απλά, υποσυνείδητα(ή και συνειδητά) γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να το ελέγξουν, γι’ αυτό και το απωθούν. Οι περισσότεροι ξεκίνησαν να διαβάζουν από τα 15 τους βασικά επειδή έτυχε. Στην πλειοψηφία τους γενικώς, οι σύγχρονοι νέοι, μοιάζουν να αδιαφορούν για την ανάγνωση βιβλίων, και να μην τους νοιάζει αν θα παίξει ρόλο στην εικόνα τους, ούτε να έχουν ασχοληθεί μαζί της πριν ξεκινήσουν να διαβάζουν. Πάντως, εάν έδειχναν να θεωρούν ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην εικόνα τους, αυτό θα έδειχνε το πόσο σημασία δίνουμε πλέον στο φαίνεσθαι και όχι στο είναι.

Παρατηρούμε γενικώς ότι γίνονται πολλές ανταλλαγές βιβλίων μεταξύ των μαθητών, σε σχέση με τις άλλες επιλογές που έχουν, το οποίο μάλλον δείχνει και τις καλές σχέσεις μεταξύ των μαθητών, καθώς και την τάση των νέων να βρίσκουν εύκολους, πιο εφικτούς για κείνους για να λύνουν τα «προβλήματά» τους. Τα ποσοστά μαθητών που διαβάζουν βιβλία είναι πλέον μεγάλα, το οποίο πιθανώς να υποδηλώνει την όλο και μεγαλύτερη μείωση της έλλειψης επαφής με την λογοτεχνία που υπήρχε μέχρι τώρα γενικώς στην κοινωνία, το οποίο επιβεβαιώνεται και με το ότι οι μαθητές σε γενικές γραμμές δεν βρίσκουν ιδιαίτερα ακριβά τα βιβλία και αντέχουν αρκετές φορές οικονομικά την αγορά τους. Διακρίνουμε επίσης, ότι παρόλο που η ανάγνωση βιβλίων μοιάζει να ανακτά έδαφος καθώς περνάει ο καιρός(όσον αφορά την πλήρη έκταση, όλων των κοινωνικών στρωμάτων), από την άλλη, έχει ακόμα μέλλον, καθώς ναι μεν υπάρχουν μαθητές που την εκτιμούν ιδιαιτέρως, δεν έχει καταφέρει ακόμα να ξεπεράσει(παρόλο που είναι διαχρονική) την σύγχρονη τεχνολογία. Βλέπουμε ότι αρκετοί απαντητές συνεχίζουν να προτιμούν και αφιερώνουν περισσότερες ώρες στον υπολογιστή και στην τηλεόραση. Ένα άλλο βασικό κομμάτι είναι το ότι οι μαθητές δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται πιθανές βελτιώσεις που επιφέρει στις σχολικές επιδόσεις το διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων. Αυτό πάλι θίγει το θέμα της αντίληψης και της προσωπικής κρίσης, το οποίο έχει να κάνει με το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ο καθένας μας. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά μοιάζουν να πιστεύουν ότι σε αυτήν την ηλικία ο μέσος έφηβος ελκύεται από την λογοτεχνία λόγω του κεφιού του και λόγω της καλλιτεχνικής αναζήτησης της ηλικίας. Υπάρχουν όμως και αρκετοί οι οποίοι πιστεύουν ότι σε αυτήν την ηλικία απωθούνται από την ανάγνωση βιβλίων λόγω της υπερδιεργετικότητας που είναι γνωστό ότι χαρακτηρίζει τους έφηβους. Τέλος, όσον αφορά το αν οι ίδιοι απωθούνται, οι περισσότεροι πιστεύουν πως όχι, αντιθέτως ελκύονται περισσότερο, ενώ κάποιοι άλλοι διατηρούν μια πιο ουδέτερη στάση, για άλλη μια φορά σαν να μην τους νοιάζει ή να έχουν ασχοληθεί.

Γενικώς αντιλαμβανόμαστε μια αδράνεια/αδιαφορία όσον αφορά κάποιους τομείς αντίληψης και κριτικής ικανότητας των εφήβων. Από την άλλη, βλέπουμε μια ανάκαμψη της δημοφιλικότητας του βιβλίου(ανεξαρτήτως όμως από το επίπεδο της λογοτεχνίας και την ίδια την άνθησή της), αλλά έχει «δρόμο» ακόμα, όπως μπορούμε να διακρίνουμε. Τα μηνύματα όμως όσον αφορά τα ποσοστά, είναι ελπιδοφόρα, αλλά μοιάζουν και να φέρουν μια αδιαφορία που εκλαμβάνεται και ως δυσαρέσκεια από τους εφήβους. Ο καιρός θα δείξει.

13. Προτάσεις για συμπληρωματική έρευνα στο μέλλον από άλλους μελετητές/ερευνητές.

Τα είδη των λογοτεχνικών βιβλίων και η βαθύτερη ψυχολογία των εφήβων.

Η λογοτεχνία(ανάγνωσή της, συγγραφής της) για τους Έλληνες εφήβους.

Η ανάγνωση ανά την Ελλάδα, για τους σύγχρονους Έλληνες.

     Έλληνες λογοτέχνες και συγγραφείς.

Η «παρακμή» της ελληνικής λογοτεχνίας στο πέρασμα των χρόνων και η ενασχόλησή μαζί της την σήμερον ημέρα.

Ποσοστό ανάγνωσης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό.


14.                         Βιβλιογραφία.

Σχολικό βιβλίο Τεχνολογίας Α’ Λυκείου.
Εξωτερικές πηγές(συμμαθητές-καθηγητές-διάφορες απόψεις).
Διαδίκτυο.


                        ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


1.     Τίτλος Έρευνας......................................................................2
2.     Παρουσίαση Προβλήματος.................................................2
3.     Παρουσίαση Του Σκοπού Της Έρευνας.............................5
4.     Παρουσίαση Των Κοινωνικών Αναγκών Που Εξυπηρετεί Η Έρευνα.....................................................................................5
5.     Διαμόρφωση Της Υπόθεσης Της Έρευνας...........................6
6.     Ανάλυση Των Παραμέτρων Που Θεωρήθηκε Ότι Δεν Επηρεάζουν Τα Αποτελέσματα Της Έρευνας......................6
7.     Περιγραφή Των Ορίων – Περιορισμών Της Έρευνας........7
8.     Περιγραφή Της Διαδικασίας Που Ακολούθησε                       Ο  Ερευνητής..............................................................................7
9.     Ορισμοί......................................................................................7
10.   Ερωτηματολόγιο......................................................................8
11.   Αποτελέσματα.........................................................................14
12.   Συμπεράσματα........................................................................25
13.   Προτάσεις Για Συμπληρωματική Έρευνα Στο Μέλλον Από Άλλους    Μελετητές/Ερευνητές...............................................28
14.   Βιβλιογραφία...........................................................................28